Skip to content

Ο Ιωάννης Α’ Τζιμισκής παραμένει μία από τις πιο παράδοξες μορφές της Ανατολικής Ρωμαϊκής ιστορίας: ο άνθρωπος που ανέβηκε στον θρόνο δολοφονώντας τον Νικηφόρο Β’ Φωκά, αλλά σε έξι χρόνια «άφησε τη Βασιλεύουσα όχι μόνο μεγαλύτερη, αλλά και πιο ασφαλή από οποιαδήποτε στιγμή μετά τον 6ο αιώνα», όπως σημειώνει ο Warren Treadgold. Μεταξύ οργανωτικής ιδιοφυΐας και αμείλικτης αποφασιστικότητας, ο Τζιμισκής συνδύασε στρατιωτική τόλμη, διοικητική αποτελεσματικότητα και πολιτική ισορροπία ώστε να πετύχει μια εντυπωσιακή διεύρυνση και σταθεροποίηση της αυτοκρατορίας.

Άνοδος στην εξουσία και άμεση σταθεροποίηση (969)

Στις 11 Δεκεμβρίου 969, ο Ιωάννης κατέλαβε την εξουσία, εξασφαλίζοντας ταχύτατα τις εγκρίσεις της φρουράς, της αυλής και της Πόλης. Πρώτη του πράξη ήταν ένα διάταγμα κατά της λεηλασίας για να αποτρέψει την αναταραχή στην πρωτεύουσα. Εξουδετέρωσε αμέσως το ισχυρό δίκτυο των Φωκάδων (εξορίες, συλλήψεις) και έθαψε τον Νικηφόρο Β’ στους Αγίους Αποστόλους το ίδιο βράδυ.

Για να εδραιώσει τη νομιμοποίησή του, παρουσιάστηκε ως ανώτερος αυτοκράτορας πλάι στους νεαρούς διαδόχους, τους γιους του Ρωμανός Β’, Βασίλειο και Κωνσταντίνο, κερδίζοντας τη λαϊκή υποστήριξη επειδή «δεν ήταν Νικηφόρος ούτε Φωκάς»—φιγούρες που είχαν γίνει μίσητες λόγω φόρων και σκληρότητας. Ο συγγραφέας του βίου του τον παρουσιάζει ικανότατο οργανωτή αλλά και σκληρό στην επίτευξη στόχων—διττή κληρονομιά που διατρέχει όλη τη βασιλεία του.

Προσωπικότητα, εκκλησία και δυναστικές κινήσεις

Ο Τζιμισκής περιγράφεται ως κοντός, ρωμαλέος, με μεγάλο κοκκινωπό μουστάκι και πυκνή γενειάδα, εξαιρετικός τοξότης και αθλητικός, αλλά και φιλάνθρωπος, με ιδιαίτερη μέριμνα για τους λεπρούς. Ήταν βαρύς πότης στα συμπόσια και, όπως σχολιάζει ο Σκυλίτζης, «διεγειρόταν βίαια από τις σαρκικές απολαύσεις». Για να κατευνάσει τον πατριάρχη Πολύευκτο, κατήργησε τις εκκλησιαστικές ρυθμίσεις του Νικηφόρου Β’ που συγκέντρωναν υπερεξουσίες στον αυτοκράτορα και απέφυγε δημόσια μετάνοια για τη δολοφονία εξορίζοντας τους δύο φυσικούς δράστες. Η Θεοφανώ εξορίστηκε επίσης και το όνομά της καταδικάστηκε συστηματικά—έως και στον επιτάφιο του Νικηφόρου Β’, όπου ένας στρατιώτης-επίσκοπος χάραξε δριμύ τόνο για την πτώση του.

Στις 25 Δεκεμβρίου 969 στέφθηκε αυτοκράτορας και σύνδεσε δυναστικά την εξουσία του παντρεύοντας τη Θεοδώρα, αδελφή του Ρωμανός Β’, με συμφωνία ότι τυχόν παιδιά θα έρχονταν δεύτερα στη διαδοχή μετά τους νεαρούς βασιλείς—μια έξυπνη κίνηση αποφυγής διαδοχικής κρίσης. Παράλληλα, μείωσε τη φορολογία στο θέμα Αρμενιακόν, αποκατέστησε τους μισθούς των συγκλητικών στα προ της μείωσης επίπεδα, και όταν πέθανε ο πατριάρχης (Φεβρουάριος 970), τοποθέτησε τον εκλεκτό του Βασίλειο Σκαμανδρηνό. Ο συγγενής του Βάρδας Σκληρός προήχθη σε στρατηλάτη (αρχηγό του γενικού επιτελείου). Σημαντική στροφή ήταν και ο τερματισμός των διώξεων κατά των Ιακωβιτών στη Μελιτηνή, με τους Αρμενίους να συγκροτούν νέες επισκοπές στη Συρία.

Διπλωματία και μοναστικά ιδρύματα

Το 970, ο Ιωάννης έκλεισε ειρήνη με τον Otto I, απελευθερώνοντας τον Λομβαρδό δούκα του Capua και Benevento, και λίγο αργότερα προχώρησε σε γαμήλια συμμαχία: ανιψιά του αυτοκράτορα, η Theophano, νυμφεύτηκε τον Otto II. Την ίδια εποχή ρύθμισε τη μεγάλη διαφορά της Μεγίστης Λαύρας στον Άθω, εκδίδοντας το Typicon of Tzimiskes—ένα «σύνταγμα» λειτουργίας και κρατική επιχορήγηση.

Η Ανατολή: Άλεππο, συνθήκη και μεθοδική προώθηση

Επωφελούμενος από τον εμφύλιο των Χαμδανιδών, ο ρωμαϊκός στρατός πολιόρκησε και κατέλαβε το Άλεππο (Δεκέμβριος 969–Ιανουάριος 970). Ακολούθησε η Συνθήκη του Ṣafar: οι Χαμδανίδες παρέμειναν ανεξάρτητοι αλλά υποτελείς στη Ρωμανία, παραχωρώντας εδάφη βόρεια του Άλεππο, αρνούμενοι στρατιωτική πρόσβαση σε άλλες μουσουλμανικές δυνάμεις, αποδεχόμενοι δασμούς υπέρ της αυτοκρατορίας και ρήτρα προστασίας νεοφώτιστων. Αν και το επίτευγμα πιστώνεται εν μέρει στον ευνούχο Πέτρο (και στη στρατηγική του Νικηφόρου Β’), σφράγισε την ειρήνευση του ανατολικού μετώπου.

Αργότερα, ο Ιωάννης διεύρυνε τη δράση του στη Μεσοποταμία: το 972 λεηλάτησε τη Νίσιβι (Nisibis) και απαίτησε ετήσιο φόρο από τον αμίρ της Μοσούλης, αλλά απέτυχε στην πολιορκία της Μαγιαφαρικίν και γνώρισε ήττα στην Άμιδα (973), με ανταλλαγή αιχμαλώτων να ακολουθεί. Το 975, στράφηκε κατά των Φατιμιδών: νίκησε δύναμη που ελέγχονταν από τουρκικό μισθοφόρο της Δαμασκού (η πόλη πλήρωσε φόρο υποτέλειας), πήρε τη Βηρυτό, παραδόθηκαν τα Σιδών και Βύβλος, ενώ η Τρίπολη αντιστάθηκε. Κάποιες μεταγενέστερες διηγήσεις για πορεία ως τη Ναζαρέτ και Ιερουσαλήμ απορρίπτονται από την πηγή ως αναξιόπιστες.

Η κρίση στη Βαλκανική: Ρως, Βούλγαροι και ο Δούναβης

Το 970 η αυτοκρατορία δοκιμάστηκε από τρεις κρίσεις: παρατεταμένη πείνα, Φατιμίδες που προωθούνταν στη Συρία, και—κρίσιμα—η εισβολή των Ρως στη Βουλγαρία. Μέχρι το 969, ο Σβιατοσλάβος είχε κυριεύσει το Πρεσθλάβα, υποτάσσοντας τον τσάρο Βόρι και καταλαμβάνοντας τη Φιλιππούπολη. Ο Ιωάννης επιχείρησε διαπραγμάτευση, και όταν απέτυχε, μάζεψε 10–12.000 άνδρες με τους Βάρδα Σκληρό και Πέτρο. Μια ενέδρα κοντά στην Αρκαδιούπολη έφερε ρωμαϊκή νίκη, αλλά αμέσως μετά ξέσπασε στάση του Βάρδα Φωκά στην Καισάρεια—που καταπνίγηκε με δωροδοκίες, συλλήψεις και εξορία του σφετεριστή.

Επιστρέφοντας στη Θράκη για την εκστρατεία του 971, ο Ιωάννης ετοίμασε αποθήκες εφοδίων στην Αδριανούπολη, έστειλε στόλο με πυρφόρα πλοία να φράξει τα δέλτα του Δούναβη και συγκρότησε νέο τάγμα “Immortals”. Διέβη τα Αίμου χωρίς αντίσταση, πολιόρκησε το Πρεσθλάβα και, μετά από μάχη με 8.500 νεκρούς Ρως, πήρε την πόλη με μηχανές που έφερε ο Βασίλειος Λακαπηνός—καθώς το βασιλικό παλάτι παραδόθηκε στις φλόγες. Ο Βόρις Β’ αιχμαλωτίστηκε, η πόλη μετονομάστηκε Ιωαννούπολις, και συγκροτήθηκε θέμα βόρεια των Βαλκανίων—ένα παλιό ρωμαϊκό όνειρο.

Ο Σβιατοσλάβος αντέδρασε σφαγιάζοντας 300 Βούλγαρους αριστοκράτες στη Δρίστρα, αλλά ο Ιωάννης προήλασε σταθερά, νίκησε κοντά στη πόλη (23 Απριλίου 971), την πολιόρκησε στενά και απέκρουσε αλλεπάλληλες εξόδους, ακόμη και νυχτερινή επιδρομή που στοίχισε ζωές αμάχων. Παράλληλα, απόπειρα νέας στάσης των Λέοντα και Νικηφόρου Φωκά από τη Λέσβο κατεστάλη από τον ναύαρχο Λέοντα με τύφλωση και εξορία των δραστών.

Τον Ιούλιο 971, οι Ρως βγήκαν για τελική μάχη: οι Ρωμαίοι έχασαν 350 άνδρες, οι Ρως 12.000, και ο Σβιατοσλάβος ζήτησε ειρήνη: όρκος μη εχθροπραξιών, επαναπατρισμός με ανεφοδιασμό και συμφωνίες εμπορίου. Το 972, σκοτώθηκε καθ’ οδόν από τους Πατζινάκους. Ο Ιωάννης θριάμβευσε στην Κωνσταντινούπολη, αφαίρεσε τα αυτοκρατορικά σύμβολα από τον Βόρι, και αναδιοργάνωσε τα νέα εδάφη σε θέματα ενταγμένα σε δουκάτα (π.χ. Αδριανούπολης, Θεσσαλονίκης, Δυτικής Μεσοποταμίας). Η Πατριαρχία Βουλγαρίας καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από μητρόπολη υποκείμενη στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Δούναβης οχυρώθηκε με νέα/ανακαινισμένα φρούρια. Το ακριβές μέγεθος της προσάρτησης παραμένει αβέβαιο, αλλά τα ανατολικά Βαλκάνια ενσωματώθηκαν πλήρως.

Οικονομία, εμπόριο και νομισματοκοπία

Ο Ιωάννης αντιμετώπισε την πείνα τριετίας με μέτρα ανακούφισης—κορυφαία η απαλλαγή από τον φόρο “kepton” νωρίς στη βασιλεία του—και επέδειξε φιλανθρωπία, «δίνοντας γενναιόδωρα», όπως σημειώνεται, και σε λεπρούς. Το 971 επέβαλε εμπάργκο στην εξαγωγή όπλων και ξύλου προς μουσουλμανικά κράτη (ακόμη και προς τη Venice, ονομαστικά ρωμαϊκό υποτελές), για να πνίξει τον ανεφοδιασμό των αντιπάλων. Αναμόρφωσε επίσης τη νομισματοκοπία: τα χρυσά και χάλκινα νομίσματα έφεραν την εικόνα του Χριστού για πρώτη φορά μετά τον Justinian II.

Τελικές πράξεις και κληρονομιά

Στην Κιλικία, ο Ιωάννης διαπίστωσε ότι εκτεταμένες γαίες που είχαν ανακτηθεί ανήκαν στον ευνούχο Βασίλειο Λακαπηνό και φέρεται ότι σκόπευε να τον αντιμετωπίσει. Στον δρόμο της επιστροφής προς την Πόλη (ή, κατά άλλους, με δηλητήριο από ευνούχο οινοχόο), ο Ιωάννης αρρώστησε βαριά. Πρόλαβε να ολοκληρώσει την ανακαίνιση της Εκκλησίας του Σωτήρος—εκεί όπου και θέλησε να ενταφιαστεί—και πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 976, σε ηλικία 51 ετών. Η φήμη του μένει για πάντα αμφίθυμη: από τη μια, ο στρατηγός-αυτοκράτορας που «έκανε τον πόλεμο οικονομικά ανεκτό χωρίς να εξαθλιώσει τους υπηκόους», από την άλλη, ο άνθρωπος του οποίου η άνοδος «μαυρίστηκε» από μια δολοφονία.

Κύρια διδάγματα από τη βασιλεία του

  • Οργάνωση και πρόληψη: διάταγμα κατά της λεηλασίας, εφόδια, ναυτικός αποκλεισμός του Δούναβη, νέο τάγμα “Immortals”.
  • Ρεαλπολιτίκ στη νομιμοποίηση: γάμος με Θεοδώρα, συνδιακυβέρνηση με τους διαδόχους, δυναστικές ισορροπίες.
  • Συνδυασμός σπαθιού και γραφείου: στρατιωτικές επιτυχίες με ταυτόχρονη εκκλησιαστική ισορροπία, φοροελαφρύνσεις και κοινωνικά μέτρα.
  • Μεθοδική διπλωματία: συμμαχία με Otto I, εμπορικές ρήτρες με Ρως, Typicon για τον Άθω.
  • Στρατηγική συγκράτησης στην Ανατολή: περιορισμένες κατακτήσεις, αποφυγή πρόκλησης γενικευμένης αντίδρασης των μουσουλμανικών δυνάμεων.

Εσείς γνωρίζατε αυτές τις πτυχές της βασιλείας του Ιωάννη Α’ Τζιμισκή; Ποιο σημείο σας εντυπωσίασε περισσότερο και γιατί; Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, μοιραστείτε το με τους φίλους σας, και περιηγηθείτε στο site μας για να διαβάσετε περισσότερα σχετικά άρθρα για την Ανατολική Ρωμαϊκή ιστορία.