

Εκεί όπου γεννιέται ξανά ο Ναός
Γίναμε όλοι μάρτυρες μιας από τις σπανιότερες και πλέον κατανυκτικές Ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Της Ακολουθίας επί διασαλεύσει Αγίας Τραπέζης, ενός τελετουργικού που τελείται μόνο όταν ένας Ναός εγκαινιάζεται ή, ύστερα από εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης, παραδίδεται και πάλι στη λατρεία.
Η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως. Οι ψαλμωδίες χαμήλωσαν, οι κινήσεις έγιναν αργές και τελετουργικές και όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς το Ιερό Βήμα.
Ο Μακαριώτατος ενδύθηκε το λευκό Ιερό Σάβανο και στάθηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Γύρω του συγκεντρώθηκαν οι Αρχιερείς που συλλειτουργούσαν, έτοιμοι να συμμετάσχουν σε μια τελετή που μεταφέρεται αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά επί αιώνες.
Με ευλάβεια άρχισαν να πλένουν την επιφάνεια της Αγίας Τραπέζης με τα μαρμαροσάπουνα, καθαρίζοντας συμβολικά τον τόπο όπου σε λίγο θα τελούνταν ξανά το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Ήταν μια εκστατική στιγμή που οι λέξεις και οι φωτογραφίες δύσκολα μπορούν να αποδώσουν.
Δέκα χέρια απλώθηκαν επάνω στο λευκό μάρμαρο. Χέρια Αρχιερέων που κινούνταν με την ίδια ταπείνωση, σαν να υπηρετούσαν όλοι μαζί ένα κοινό ιερό χρέος. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο σιωπή, προσευχή και βαθιά προσήλωση.
Όταν ολοκληρώθηκε ο καθαρμός, ο Πατριάρχης έχρισε την Αγία Τράπεζα με Άγιο Μύρο. Το ευώδες Άγιο Μύρο απλώθηκε αργά από άκρη σε άκρη της μαρμάρινης επιφάνειας, ενώ οι συλλειτουργούντες Αρχιερείς συμμετείχαν με την ίδια ευλάβεια, μετατρέποντας μια λειτουργική πράξη σε εικόνα ενότητας ολόκληρης της Εκκλησίας.
Ακολούθησε η επικόλληση, με εύοσμο κηρομαστίχι, των τεσσάρων τεμαχίων που συμβολίζουν τους Ευαγγελιστές στις τέσσερις γωνίες της Αγίας Τραπέζης και, στη συνέχεια, η τοποθέτηση του κατασαρκίου, του πρώτου λευκού καλύμματος που συμβολίζει την Ιερά Σινδόνη του Χριστού.
Τη στιγμή εκείνη δεν εγκαινιαζόταν απλώς ένας ανακαινισμένος Ναός.
Γεννιόταν ξανά η καρδιά του. Η Αγία Τράπεζα, πάνω στην οποία θα τελείται πλέον η Θεία Ευχαριστία, παραδιδόταν και πάλι στον λαό του Θεού, έτοιμη να δεχθεί νέες προσευχές και δεήσεις.
Ήταν ίσως η πιο κατανυκτική στιγμή ολόκληρης της ημέρας.
Μια στιγμή που χαράχθηκε ανεξίτηλα στη μνήμη όσων είχαν την ευλογία να τη ζήσουν.
«Οι πέτρες αυτού του Ναού μιλούν»
Η κατανυκτική Ακολουθία ολοκληρώθηκε μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης. Όσοι βρέθηκαν εκεί γνώριζαν ότι είχαν γίνει κοινωνοί μιας σπάνιας πνευματικής εμπειρίας. Λίγο αργότερα, ο λόγος πέρασε στον ίδιο τον Ποιμενάρχη του Αλεξανδρινού Θρόνου.
Εμφανώς συγκινημένος, ο Μακαριώτατος Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεόδωρος Β΄ αναφέρθηκε στην ιστορική διαδρομή του Ιερού Ναού της Υπαπαντής, στις μνήμες, στις προσευχές και στις θυσίες των γενεών που κράτησαν άσβεστη την Ορθόδοξη μαρτυρία στην Τάντα.
Με πατρικούς λόγους μίλησε για ένα προσωπικό όραμα που αξιώθηκε, με τη χάρη του Θεού, να δει να ολοκληρώνεται: την αναγέννηση του ιστορικού αυτού Ναού, ώστε να παραδοθεί και πάλι λαμπρός στις επόμενες γενιές των πιστών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους πρώτους Έλληνες της Τάντας, στους μεγάλους ευεργέτες αλλά και στους απλούς ανθρώπους της παροικίας, που με πίστη, προσωπικό μόχθο και ανιδιοτελή προσφορά δημιούργησαν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού στο Δέλτα του Νείλου.
«Οι πέτρες αυτού του Ναού μιλούν», τόνισε χαρακτηριστικά ο Μακαριώτατος.
«Μιλούν για προσευχές, για δάκρυα, για θυσίες, για θαύματα που έχουν καταγραφεί και για ανθρώπους που αγάπησαν την Εκκλησία και δεν άφησαν να σβήσει το καντήλι της Ορθοδοξίας στην Τάντα. Σήμερα δεν ανοίγουμε απλώς τις πύλες ενός ανακαινισμένου Ναού· ανανεώνουμε την ελπίδα μας, ατενίζοντας με πίστη το μέλλον της Ορθοδοξίας στην ευλογημένη χώρα της Αιγύπτου.»
Τα λόγια του δεν απευθύνονταν μόνο στους ανθρώπους που βρίσκονταν μέσα στον Ναό.
Έμοιαζαν να συνομιλούν και με όσους πέρασαν κάποτε από την Υπαπαντή, με εκείνες τις γενιές των Αιγυπτιωτών που βάπτισαν τα παιδιά τους, τέλεσαν τους γάμους τους, προσευχήθηκαν στις χαρές και στις δοκιμασίες της ζωής τους και άφησαν την τελευταία τους πνοή έχοντας ως πνευματικό τους καταφύγιο τον ιστορικό αυτό Ναό.
Για μια ακόμη φορά, ο Θεόδωρος Β΄ δεν στάθηκε μόνο ως Προκαθήμενος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Στάθηκε ως συνεχιστής μιας ιστορικής πορείας που συνδέει αδιάκοπα τον Αποστολικό Θρόνο του Αγίου Μάρκου με τον Αιγυπτιώτη Ελληνισμό και με όλους εκείνους που εξακολουθούν να κρατούν άσβεστη τη φλόγα της Ορθοδοξίας στη χώρα του Νείλου.
Οι άνθρωποι πίσω από το όραμα
Η αναγέννηση της Υπαπαντής δεν υπήρξε έργο ενός ανθρώπου. Ήταν ο καρπός μιας συλλογικής προσπάθειας, στην οποία ενώθηκαν το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Ελληνική Κοινότητα Καΐρου, η Ιερά Μητρόπολη Ερμουπόλεως, το Αραβόφωνο ποίμνιο της Αιγύπτου και δεκάδες άνθρωποι που εργάστηκαν αθόρυβα, με μοναδικό σκοπό να ξαναδούν τον ιστορικό αυτό Ναό να λειτουργεί.
Γι’ αυτό και ο Μακαριώτατος επέλεξε η ημέρα των Θυρανοιξίων να γίνει και ημέρα δημόσιας ευγνωμοσύνης.
Με ιδιαίτερη συγκίνηση εξήρε την πολυετή, άοκνη και επίμονη διακονία του επιχωρίου Ποιμενάρχου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ερμουπόλεως Νικολάου, ο οποίος εργάστηκε αδιάκοπα, ώστε ένα όραμα πολλών ετών να μετατραπεί σε πραγματικότητα.
Ως αναγνώριση της προσφοράς του, του απένειμε τον Μεγαλόσταυρο του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου, τόσο για την καθοριστική συμβολή του στην εκ βάθρων ανακαίνιση του Ιερού Ναού όσο και με την ευκαιρία της συμπλήρωσης εικοσιπέντε ετών από την εις Επίσκοπον χειροτονία του, προσφέροντάς του παράλληλα ως ευλογία και ένα Αρχιερατικό Εγκόλπιο.
Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν και η απονομή του οφφικίου του Αρχιμανδρίτη του Αλεξανδρινού Θρόνου στον εφημέριο του Ιερού Ναού, π. Νικόλαο Φανούς, ως αναγνώριση της σχεδόν εικοσαετούς αθόρυβης και πιστής διακονίας του στην Ιερά Μητρόπολη Ερμουπόλεως.
Ξεχωριστή θέση στην πανηγυρική αυτή ημέρα είχαν και οι μεγάλοι ευεργέτες της ανακαίνισης. Ο Μακαριώτατος τίμησε τους κ. Καρίμ Χούρι, κ. Φάραγκ Μιχαήλ και κ. Σαρίφ Ζορέκ, οι οποίοι με τη γενναιόδωρη προσφορά τους συνέβαλαν αποφασιστικά στην ολοκλήρωση ενός έργου που ξεπέρασε τα οκτώ εκατομμύρια αιγυπτιακές λίρες.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ερμουπόλεως Νικόλαος, εμφανώς συγκινημένος, ευχαρίστησε τον Μακαριώτατο για την πατρική του στήριξη και αναφέρθηκε στη μακρά πορεία του Ιερού Ναού και της τοπικής Εκκλησίας, τονίζοντας τη σημασία της σημερινής ημέρας ως ημέρας ευχαριστίας και ανανέωσης της ελπίδας.
Στο τέλος του λόγου του, απευθυνόμενος με ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό, προσφώνησε τον Μακαριώτατο ως «Πατριάρχη της Αγάπης», προσφέροντάς του μια εικόνα ως αναμνηστικό δώρο, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και τιμής.
Η μέρα έκλεισε με τα αποκαλυπτήρια της μαρμάρινης πλάκας και το συμβολικό φύτευμα μιας ελιάς, ως το απόλυτο καθρέφτισμα της Πατρίδας μας στη γη της Τάντας.
Και ως κατακλείδα της ημέρας, μια σιωπηλή βεβαιότητα: ότι η ιστορία δεν τελειώνει όταν οι άνθρωποι φεύγουν από έναν τόπο. Τελειώνει μόνο όταν παύουν να τον θυμούνται και να παλεύουν για το όνειρο, έστω κι αν πολλές φορές αυτό μοιάζει άπιαστο.



