Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Η περίπτωση της ταινίας «The Odyssey» είναι ό,τι πιο γελοιωδώς υποκριτικό υπάρχει! Και μας εξοργίζει…

Η συζήτηση γύρω από τις κινηματογραφικές μεταφορές κλασικών έργων δεν είναι καινούργια. Κάθε φορά που ένα μεγάλο στούντιο ή ένας γνωστός σκηνοθέτης πιάνει στα χέρια του ένα «ιερό» κείμενο, ξεκινά το ίδιο ερώτημα: πόση ελευθερία επιτρέπεται; Και πότε η ελευθερία γίνεται αλλοίωση; Με αφορμή τη νέα κινηματογραφική προσέγγιση της Οδύσσειας, άνοιξε πάλι ένα μεγάλο μέτωπο: πιστότητα στο πρωτότυπο εναντίον μοντέρνας διασκευής. Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι μόνο οι επιλογές του καστ, αλλά και το πώς αντιμετωπίζεται συνολικά η αρχαία ελληνική παράδοση—σαν ζωντανή κληρονομιά ή σαν πρώτη ύλη για σημερινά μηνύματα. Η λέξη “epic” και τι περιμένει το κοινό Πολλοί προωθούν την ταινία ως ένα τεράστιο, “epic” εγχείρημα: γυρίσματα σε πολλές χώρες, μεγάλη παραγωγή, εντυπωσιακή κλίμακα. Η λέξη χρησιμοποιείται σαν υπόσχεση ότι θα δούμε κάτι «μεγάλο», όχι μόνο σε διάρκεια ή προϋπολογισμό, αλλά σε αίσθηση—ένα έργο που θα σε βάζει μέσα στον κόσμο του. Κι όμως, για αρκετούς θεατές, το “epic” δεν κρίνεται από τις εκρήξεις ή τα τοπία, αλλά από τη συνοχή: αν ο κόσμος που βλέπεις μοιάζει πειστικός και ταιριαστός με το υλικό που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Όταν η διασκευή προσθέτει πρόσωπα και αλλάζει ρόλους Μία από τις βασικές ενστάσεις που ακούγονται είναι η εισαγωγή χαρακτήρων ή εκδοχών χαρακτήρων που δεν υπάρχουν στο ομηρικό κείμενο, ή που εμφανίζονται σε άλλες πηγές και μεταφέρονται εδώ με νέο ρόλο. Αυτό από μόνο του δεν είναι «έγκλημα»: το θέατρο και ο κινηματογράφος πάντα συμπύκνωναν, αφαιρούσαν και πρόσθεταν. Το θέμα είναι το γιατί γίνεται η αλλαγή. Αν η προσθήκη βοηθά την πλοκή, τη δραματουργία και το νόημα, γίνεται αποδεκτή πιο εύκολα. Αν μοιάζει να μπαίνει για να εξυπηρετήσει μια εξω-καλλιτεχνική στόχευση (μόδα, ατζέντα, δημόσιες σχέσεις), τότε ο κόσμος το βλέπει σαν «χειρισμό». Η Ελένη ως σύμβολο: ομορφιά, μύθος και “casting” Η Ελένη της Τροίας είναι από τα πιο φορτισμένα πρόσωπα της αρχαίας γραμματείας. Δεν είναι απλώς «όμορφη». Είναι σύμβολο επιθυμίας, πολέμου, πολιτικής, φήμης—και συχνά αποδιοπομπαίος τράγος. Εδώ προκύπτουν δύο διαφορετικές αναγνώσεις που συγκρούονται:

  • Η πρώτη λέει ότι η Ελένη, ως μυθολογικό πρόσωπο, μπορεί να ερμηνευτεί ελεύθερα, γιατί η ιστορία ανήκει πλέον σε όλους.
  • Η δεύτερη λέει ότι, ακόμη κι αν είναι μύθος, ο μύθος είναι δεμένος με συγκεκριμένο πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο (Μυκηναϊκή Ελλάδα, αρχαία παράδοση, ομηρική αισθητική) και το casting οφείλει να το σέβεται.
Ένα ενδιαφέρον σημείο είναι ότι πολλοί δεν κολλάνε μόνο στο «πώς ήταν», αλλά στο «πώς παρουσιάζεται το έργο». Όταν μια παραγωγή διαφημίζεται ως σεβασμός στο πρωτότυπο, ο θεατής ζητά συνέπεια. Αν αντίθετα παρουσιαζόταν ως μια ελεύθερη, πειραματική παραλλαγή, ίσως οι αντιδράσεις να ήταν μικρότερες. Η γυναικεία οπτική: αναγκαία διόρθωση ή αλλαγή κατεύθυνσης; Ένα άλλο μεγάλο θέμα είναι η επιλογή να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στη γυναικεία οπτική. Είναι αλήθεια ότι στα έπη η αφήγηση κινείται κυρίως μέσα από ανδρικούς ρόλους: βασιλιάδες, πολεμιστές, ήρωες, θεούς που παρεμβαίνουν στη μάχη. Οι γυναίκες υπάρχουν, αλλά συχνά ως «κόμβοι» της ιστορίας: η Πηνελόπη ως πίστη, η Ελένη ως αφορμή πολέμου, η Κλυταιμνήστρα ως σκοτεινή δύναμη. Η σύγχρονη προσέγγιση λέει: «Ας δούμε τι κόστος είχε ο πόλεμος πάνω τους. Ας τις κάνουμε ανθρώπους, όχι σύμβολα». Αυτό, από μόνο του, μπορεί να είναι γόνιμο. Ο κίνδυνος, όμως, είναι να μετατραπεί το έργο σε μια μονοδιάστατη ανάγνωση—να μπει το κείμενο στο κρεβάτι του Προκρούστη για να χωρέσει σε σημερινές ιδεολογικές διαμάχες. Το δύσκολο (και το ενδιαφέρον) είναι η ισορροπία: να φωτίσεις τις γυναίκες χωρίς να «τιμωρήσεις» το ίδιο το έπος επειδή γράφτηκε σε άλλη εποχή. “Modern audiences” και η παγίδα της ευκολίας Η φράση “modern audiences” είναι δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία, κάθε δημιουργός θέλει το έργο του να είναι προσβάσιμο: να το νιώσει ο θεατής, να το καταλάβει, να μην μοιάζει με μουσείο. Από την άλλη, όταν η «προσβασιμότητα» γίνεται αυτοσκοπός, κινδυνεύει να χαθεί η μαγεία της απόστασης—αυτό το αίσθημα ότι μπαίνεις σε έναν άλλον κόσμο, με άλλο ρυθμό, άλλη γλώσσα, άλλη ηθική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιλογή πιο σύγχρονης γλώσσας σε διαλόγους που θα περίμενες να ακούγονται πιο «τελετουργικοί». Μερικοί το βλέπουν ως έξυπνο τέχνασμα: «Ούτως ή άλλως, δεν μιλούσαν ελληνικά της σημερινής μορφής—άρα γιατί να κάνουμε πως ξέρουμε πώς ακριβώς μιλούσαν;». Άλλοι το νιώθουν σαν σπάσιμο της ατμόσφαιρας: όταν ακούς εκφράσεις που θυμίζουν σημερινή καθημερινότητα, ο κόσμος της Μυκηναϊκής Ελλάδας «ξεφουσκώνει». Αρχαιολογία, αισθητική και ο πειρασμός του “ρεαλισμού” Υπάρχει και ένα πιο ουσιαστικό επιχείρημα υπέρ μιας νέας οπτικής: ότι πολλές εικόνες που έχουμε για την αρχαιότητα είναι προϊόντα μεταγενέστερης τέχνης—ρομαντικοί πίνακες, νεοκλασικά στερεότυπα, αγάλματα χωρίς χρώμα, «λευκά σεντόνια» αντί για πραγματικά ενδύματα. Η ιδέα να στηριχτεί μια παραγωγή περισσότερο στην αρχαιολογία είναι ενδιαφέρουσα και μπορεί να δώσει φρεσκάδα. Όμως εδώ χρειάζεται προσοχή: άλλο ιστορικός ρεαλισμός στην ενδυμασία, τα όπλα και την αρχιτεκτονική, και άλλο «ρεαλισμός» που έρχεται σε σύγκρουση με τον πυρήνα του μύθου. Η Οδύσσεια είναι ταυτόχρονα γήινη και υπερβατική. Έχει καθημερινές στιγμές, αλλά έχει και θεϊκές παρεμβάσεις, μοίρα, συμβολισμούς. Αν την κάνεις υπερβολικά «σημερινή», μπορεί να χάσεις αυτό που την κάνει διαχρονική. Η ένταση πριν την πρεμιέρα και το φαινόμενο του backlash Σήμερα οι ταινίες δεν κρίνονται μόνο στην αίθουσα. Κρίνονται από teaser, από δηλώσεις, από συνεντεύξεις, από αποσπάσματα. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: η κουβέντα «φουντώνει» πριν δούμε το τελικό αποτέλεσμα. Από τη μία, είναι άδικο να καταδικάζεις μια δουλειά που δεν έχεις δει. Από την άλλη, το μάρκετινγκ είναι μέρος του προϊόντος—και οι δημόσιες τοποθετήσεις χτίζουν προσδοκίες ή αντιδράσεις. Επίσης, υπάρχει και κάτι ακόμα: ο κόσμος έχει κουραστεί από τη βιομηχανική αίσθηση ότι «σε μαλώνουν» αν δεν συμφωνείς. Όταν μια παραγωγή αντιμετωπίζει κάθε κριτική ως κακή πίστη ή προκατάληψη, τότε πολλοί θεατές πεισμώνουν περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι ένα backlash που τρέφεται από μόνο του, ανεξάρτητα από το αν η ταινία τελικά είναι καλή ή όχι. Το πραγματικό ερώτημα: τι σημαίνει “να τιμάς το πρωτότυπο”; Εδώ είναι η καρδιά της υπόθεσης. Το να «τιμάς» ένα κείμενο δεν σημαίνει να το φωτοτυπείς. Σημαίνει να καταλαβαίνεις τι είναι και γιατί άντεξε. Η Οδύσσεια δεν άντεξε επειδή είχε μόνο δράση. Άντεξε επειδή μιλά για επιστροφή, απώλεια, πειρασμό, ταυτότητα, νοσταλγία, εξυπνάδα απέναντι στη βία. Άρα το στοίχημα για κάθε σύγχρονη μεταφορά είναι απλό στη διατύπωση, δύσκολο στην εκτέλεση:
  • Να κάνεις το έργο ζωντανό χωρίς να το κάνεις «μόδα».
  • Να ανοίξεις νέες οπτικές χωρίς να ακυρώσεις την παλιά.
  • Να δώσεις χώρο σε χαρακτήρες που αδικήθηκαν, χωρίς να μετατρέψεις την ιστορία σε κήρυγμα.
Αν αυτό πετύχει, μπορεί να προκύψει κάτι πραγματικά δυνατό: μια ταινία που θα ξανασυστήσει το έπος σε ανθρώπους που δεν άνοιξαν ποτέ Όμηρο, αλλά και θα δώσει στους πιο διαβασμένους κάτι να συζητήσουν πέρα από το προφανές. Μικρή πρόσκληση προς εσένα Τα γνώριζες όλα αυτά για τις σύγχρονες διασκευές και τις αντιδράσεις που προκαλούν; Αν σου άρεσε το άρθρο ή το βρήκες ενδιαφέρον, μοιράσου το με κάποιον που αγαπά την αρχαία ελληνική μυθολογία ή τον κινηματογράφο. Και αν έχεις όρεξη, ρίξε μια ματιά και στα υπόλοιπα σχετικά κείμενα στο site—ίσως βρεις κάτι που να σου κινήσει την περιέργεια.