
Μια ριζική αναθεώρηση των παραδοσιακών δογμάτων ναυτικής αντιπαράθεσης περιγράφει ο απόστρατος Τούρκος Υποναύαρχος Hasan ÖzyurtΟι πύραυλοι Sungur και η νέα ζώνη κινδύνου
Ο οπλισμός αυτών των σκαφών περιλαμβάνει τις κατευθυνόμενες με λέιζερ ρουκέτες Cirit και τον ελαφρύ αντιαεροπορικό πύραυλο Sungur. Η Cirit προκρίνεται ως μια οικονομική λύση για την αναχαίτιση αργών UAV. Αντίθετα, ο Sungur αλλάζει τα δεδομένα, καθώς διαθέτει υπέρυθρο ερευνητή, βεληνεκές οκτώ χιλιομέτρων και ύψος εμπλοκής έως τέσσερα χιλιόμετρα, επιτρέποντας “fire‑and‑forget” βολές εναντίον ταχύτερων απειλών.
Αυτή ακριβώς η προσθήκη δημιουργεί μια νέα, εξαιρετικά επικίνδυνη ζώνη αντιαεροπορικού κινδύνου για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Μέχρι σήμερα, η πρώτη επιλογή για την εξουδετέρωση εχθρικών USV ήταν τα σύγχρονα ελικόπτερα MH-60R Romeo, τα οποία χρησιμοποιούν τα εξελιγμένα ραντάρ τους και πυραύλους Hellfire για να πλήξουν στόχους επιφανείας. Με την εμφάνιση των ULAQ σε ρόλο αεράμυνας, η εξίσωση ανατρέπεται δραματικά, καθώς το ελικόπτερο, από διώκτης μη επανδρωμένων επιφανείας, μετατρέπεται πλέον σε υποψήφιο στόχο τους.
Το ουκρανικό δόγμα στη Μαύρη Θάλασσα
Η δυναμική αυτής της εξέλιξης έχει ήδη αποδειχθεί στην πράξη από τις επιχειρήσεις των Ουκρανών στη Μαύρη Θάλασσα με τα σκάφη Magura V5. Τα συγκεκριμένα USV ξεκίνησαν ως απλές πλωτές “βόμβες” αυτοκτονίας, αλλά εξελίχθηκαν γρήγορα σε ένοπλες πλατφόρμες πολλαπλών ρόλων, αναγκάζοντας τον ισχυρό ρωσικό στόλο να αλλάξει διάταξη και να αναλώσει τεράστιους πόρους για την προστασία του.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Στις 31 Δεκεμβρίου 2024 καταγράφηκε η πρώτη κατάρριψη ρωσικού ελικοπτέρου Mi-8 από MAGURA V5 που έφερε προσαρμοσμένο πύραυλο R-73, ενώ τον Μάιο του 2025 ανακοινώθηκε και η κατάρριψη μαχητικών Su-30. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι ένα μη επανδρωμένο σκάφος μπορεί πλέον να απειλήσει άμεσα το ίδιο το εναέριο μέσο που στάλθηκε για να το εξουδετερώσει.
Η ανάγκη του Πολεμικού Ναυτικού για έγκαιρη αποκάλυψη
Για την ελληνική πλευρά, η αντιμετώπιση επιθέσεων κορεσμού από τέτοιες απειλές απαιτεί πρωτίστως την επίλυση του προβλήματος του εντοπισμού. Ένα μικρό, χαμηλό σκάφος μπορεί εύκολα να κρυφτεί στον κυματισμό, στην έντονη αλιευτική κίνηση ή στο ανάγλυφο των νησιών του Αιγαίου. Ως εκ τούτου, η ανάγκη για προηγμένα ραντάρ που ξεχωρίζουν στόχους μέσα στον θαλάσσιο θόρυβο – όπως το σύστημα Giraffe 1X – γίνεται πλέον επιτακτική.
Το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται καλύτερους αισθητήρες και, κυρίως, μια μόνιμη εναέρια παρουσία από δικά του UAV που θα λειτουργούν ως εμπροσθοφυλακή των πλοίων. Τα μη επανδρωμένα ελικόπτερα Camcopter S-100 που αποκτώνται για τις φρεγάτες FDI πρέπει να ενσωματωθούν πλήρως στο σύστημα διαχείρισης μάχης SETIS. Αν και η δυνατότητα άμεσης στοχοποίησης track-to-fire δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, οι μελλοντικές αναβαθμίσεις λογισμικού, αρχής γενομένης από τη φρεγάτα «Φορμίων», θα επιτρέψουν στα UAV να μεταδίδουν ακαριαία την τακτική εικόνα στα όπλα του πλοίου.
Η σωστή αλυσίδα αντιμετώπισης και το ενδιάμεσο στρώμα άμυνας
Το αμερικανικό ναυτικό έχει ήδη δείξει τον δρόμο, χρησιμοποιώντας το μη επανδρωμένο MQ-8B Fire Scout για τον εντοπισμό και την κατάδειξη στόχου με λέιζερ, ώστε ένα επανδρωμένο ελικόπτερο MH-60S να εξαπολύσει τον πύραυλο από ασφαλή απόσταση. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό MH-60R δεν πρέπει να μπαίνει μόνο του στη ζώνη δράσης του Sungur, ρισκάροντας μια καταστροφική “ανταλλαγή” για το Πολεμικό Ναυτικό. Η ορθή τακτική επιβάλλει το UAV να εντοπίζει, το σύστημα του πλοίου να επεξεργάζεται τα δεδομένα και η προσβολή να γίνεται από κατανεμημένα όπλα, κρατώντας το ελικόπτερο σε ρόλο καθαρού κυνηγού έξω από τη ζώνη κινδύνου.
Παράλληλα με τα κύρια πυροβόλα των πλοίων, τα οποία απαιτούν σύγχρονα πυρομαχικά και γρήγορη τροφοδοσία δεδομένων, αναδεικνύεται η ανάγκη για ένα ενδιάμεσο στρώμα κατευθυνόμενων όπλων χαμηλού κόστους. Το παράδειγμα των αμερικανικών σκαφών LCS με το σύστημα MK61 Mod 0, το οποίο φέρει βλήματα Longbow Hellfire, αποτελεί μια εξαιρετική βάση για μελέτη. Μια παρόμοια διάταξη 12 ή 24 βλημάτων δεν απαιτεί τον χώρο ενός μεγάλου κατακόρυφου εκτοξευτή και θα μπορούσε να εξεταστεί τεχνικά για την ενσωμάτωσή της στις ελληνικές φρεγάτες FDI, FREMM-IT και MEKO200HN.
Συμπερασματικά, η ελληνική απάντηση απέναντι στην αυξανόμενη απειλή των τουρκικών USV – είτε αυτά δρουν σε ρόλο αεράμυνας είτε ως σκάφη καμικάζι – βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες: περισσότερα μέσα εντοπισμού, συνεχή παρουσία UAV στον αέρα, άμεση ενσωμάτωση στο σύστημα μάχης και ένα νέο στρώμα οικονομικών όπλων μικρού βεληνεκούς για τη συγκρότηση μιας αποτελεσματικής, πολυστρωματικής άμυνας.


