
Η ελληνική παροικία της Μελβούρνης αποχαιρετά έναν άνθρωπο του οποίου η προσφορά δεν καθορίστηκε από την επιθυμία για προβολή, αλλά από μια βαθιά και διαρκή πεποίθηση: ότι η παιδεία, ο πολιτισμός, ο διάλογος και η γνώση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο και την κοινωνία καλύτερους.
Η ανταπόκριση των οικογενειών υπήρξε μεγάλη και οι εγγραφές αυξήθηκαν γρήγορα. Καθώς οι ανάγκες μεγάλωναν, ο Σάκης αναγνώρισε ότι η συνέχιση της προσπάθειας απαιτούσε τη στήριξη μιας μεγαλύτερης εκπαιδευτικής δομής. Έτσι, συνεργάστηκε με το Omiros College, ώστε τα δύο σχολεία να ενώσουν τις δυνάμεις τους.
Το Omiros, που ιδρύθηκε το 1984, εξελίχθηκε στη συνέχεια σε έναν από τους σημαντικούς ανεξάρτητους φορείς ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στην περιοχή.
Η δική του συμμετοχή, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην ίδρυση. Ο Σάκης παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με τη λειτουργία του σχολείου, συμβάλλοντας στην εκπαιδευτική διαδικασία και δημιουργώντας ευκαιρίες ώστε οι μαθητές να γνωρίσουν τον ελληνικό πολιτισμό μέσα από την ποίηση, τον χορό και άλλες δραστηριότητες.
Πίστευε ότι ακόμη και τα μικρότερα παιδιά, πέντε και έξι ετών, μπορούσαν να αποκτήσουν ουσιαστική σχέση με την ελληνική τους κληρονομιά, ενώ οι μεγαλύτεροι μαθητές έπρεπε να έχουν τα εφόδια και την ενθάρρυνση για να συνεχίσουν τις σπουδές τους.
Η πεποίθησή του ήταν απλή αλλά βαθιά: η παιδεία είναι ελευθερία.
Η «Όμορφη Ηλικία» και ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπεις τον κόσμο
Η προσφορά του Σάκη δεν σταμάτησε στις σχολικές αίθουσες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ίδρυσε στη Μελβούρνη το δωρεάν ελληνόγλωσσο περιοδικό «Όμορφη Ηλικία», σε μια εποχή κατά την οποία η ελληνική παροικία αντιμετώπιζε έντονα ερωτήματα για την ταυτότητα, τη διαδοχή των γενεών και τη θέση της μέσα στην πολυπολιτισμική Αυστραλία.
Τα σωζόμενα τεύχη, από τον Δεκέμβριο του 1995 έως τον Αύγουστο του 1996, αποκαλύπτουν ένα έντυπο με εντυπωσιακό εύρος θεμάτων: ελληνική ιστορία και τέχνη, φιλοσοφία και λογοτεχνία, μετανάστευση και ταυτότητα, οικογένεια, μητρότητα, διαπολιτισμική ζωή, αυστραλιανή νομοθεσία και κοινωνικά ζητήματα.
Η «Όμορφη Ηλικία» δεν αντιμετώπιζε τον ελληνικό πολιτισμό ως κάτι που έπρεπε απλώς να διατηρηθεί μέσα από τη νοσταλγία. Για τον Σάκη, η πολιτιστική κληρονομιά μπορούσε να παραμείνει ζωντανή μόνο εφόσον την κατανοούσαμε, τη μελετούσαμε, την αμφισβητούσαμε και την αφήναμε να συνομιλεί με τον σύγχρονο κόσμο.
Στις σελίδες του περιοδικού συνυπήρχαν η αρχαία και η βυζαντινή Ελλάδα με τα προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας. Υπήρχαν κείμενα για την τέχνη, την Ορθοδοξία και τη βυζαντινή εικονογραφία, αλλά και άρθρα για το Οικογενειακό Δικαστήριο της Αυστραλίας, τις σχέσεις, τον χωρισμό, τη θέση της γυναίκας και την εμπειρία των Ελληνοαυστραλών που επέλεγαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερη θέση είχε και το διαχρονικό ερώτημα της ταυτότητας. Τι σημαίνει να ανήκεις στην Αυστραλία και ταυτόχρονα να αισθάνεσαι δεμένος με την Ελλάδα; Οι «Δυο πατρίδες» δεν ήταν απλώς ένας τίτλος. Ήταν ένα ερώτημα που αφορούσε και εξακολουθεί να αφορά πολλές γενιές της ελληνικής διασποράς.
Ακόμη και η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη αποτέλεσαν αντικείμενο προβληματισμού στις σελίδες της «Όμορφης Ηλικίας». Το ερώτημα ήταν ουσιαστικά αν η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να θεωρείται πραγματική πρόοδος όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης, της κατανόησης και της ανθρωπιάς.
Αυτό ήταν, ίσως, και το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της σκέψης του Σάκη.
Δεν πίστευε ότι ο πολιτισμός μπορεί να επιβιώσει λέγοντας απλώς στους νέους τι πρέπει να πιστεύουν. Πίστευε ότι πρέπει πρώτα να τους δώσεις τα εργαλεία για να καταλάβουν γιατί.
Η κληρονομιά ενός ανθρώπου της γνώσης
Για την οικογένεια και τους στενούς φίλους του, βέβαια, ο Σάκης δεν ήταν μόνο ο διανοούμενος, ο εκπαιδευτικός, ο μεταφραστής ή ο άνθρωπος που ασχολήθηκε με τα κοινά.
Ήταν σύζυγος, πατέρας, αδελφός, θείος, φίλος και μέντορας.
Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να μετατρέψει μια απλή συζήτηση σε φιλοσοφικό διάλογο, να μιλήσει για ώρες για έναν πίνακα ζωγραφικής και να περάσει από τον Αριστοτέλη στη μουσική, από την πολιτική στο ανθρώπινο σώμα και από την αρχαία Ελλάδα στο τελευταίο τραγούδι που άκουσε στο ραδιόφωνο.
Ήταν επίσης ένας άνθρωπος που μπορούσε να σταθεί στην κορυφή ενός βουνού και να αναλογιστεί πόσο μικρός είναι ο άνθρωπος μπροστά στο μεγαλείο της φύσης και, λίγο αργότερα, να σταθεί δίπλα στη θάλασσα και να αισθανθεί απόλυτα οικεία.
Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του ίσως δεν βρίσκεται σε έναν συγκεκριμένο θεσμό, σε ένα περιοδικό ή σε μια επαγγελματική επιτυχία. Βρίσκεται στους ανθρώπους που ενθάρρυνε να μάθουν, στα παιδιά που βοήθησε να γνωρίσουν την ελληνική τους κληρονομιά, στις συζητήσεις που προκάλεσε και στις ιδέες που άφησε πίσω του.
Και ίσως ο πιο απλός τρόπος για να περιγράψει κανείς τη φιλοσοφία που καθόρισε τη ζωή του βρίσκεται στα λόγια που αποδίδονται στον Σωκράτη στην «Απολογία» του Πλάτωνα:
«Ο ανεξέταστος βίος δεν αξίζει να βιώνεται».
Ο Σάκης Ζαντίδης εξέτασε τη ζωή.
Την αμφισβήτησε, την προκάλεσε, τη θαύμασε και προσπάθησε να την κατανοήσει.
Δεν αναζήτησε εύκολες απαντήσεις.
Αναζήτησε την κατανόηση.



