
Η έναρξη της εκπαίδευσης των πρώτων Τούρκων ιπταμένων στα Eurofighter Typhoon αποτελεί ένα ακόμη κομβικό σημείο στη διαρκή προσπάθεια της Άγκυρας να ανατρέψει τη σημαντική ποιοτική υπεροχή που έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία. Μέσα σε μία δεκαετία, από το 2016 έως σήμερα, οι αεροπορικές δυνάμεις Ελλάδας και Τουρκίας ακολούθησαν δύο διαφορετικές διαδρομές.
Το πλεονέκτημα της Τουρκίας στους αριθμούς και στην υποστήριξη
Η ελληνική ποιοτική υπεροχή δεν σημαίνει ότι η Τουρκία έχει χάσει τα πλεονεκτήματά της. Η Τουρκική Πολεμική Αεροπορία εξακολουθεί να διαθέτει μεγαλύτερο αριθμό μαχητικών και πολύ ισχυρή υποδομή υποστήριξης. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα KC-135R εναέριου ανεφοδιασμού, τα οποία επιτρέπουν στα τουρκικά μαχητικά να επιχειρούν σε μεγάλες αποστάσεις και να παραμένουν περισσότερο χρόνο στον αέρα. Η Ελλάδα δεν διαθέτει αντίστοιχη δυνατότητα και αυτό αποτελεί ένα πραγματικό επιχειρησιακό μειονέκτημα.
Παράλληλα, τα τουρκικά E-7T Peace Eagle προσφέρουν στην Άγκυρα ισχυρές δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου. Η Ελλάδα διαθέτει τα EMB-145H Erieye, τα οποία αποτελούν εξαιρετικά σημαντικό πολλαπλασιαστή ισχύος αν και εκκρεμεί ο εκσυγχρονισμός τους, όμως η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει μεγαλύτερο συνολικό όγκο μέσων υποστήριξης.
Πού βρίσκεται σήμερα ο πραγματικός συσχετισμός
Σήμερα η Ελλάδα έχει σαφές ποιοτικό πλεονέκτημα στην κορυφή της πυραμίδας. Τα Rafale και τα Viper αποτελούν σαφώς πιο προηγμένες πλατφόρμες από τη μεγάλη πλειονότητα των τουρκικών F-16, ενώ το F-35 βρίσκεται ήδη στον ελληνικό σχεδιασμό. Η Τουρκία όμως επιχειρεί να κλείσει γρήγορα αυτό το κενό. Τα Eurofighter θα ενισχύσουν σημαντικά τις δυνατότητες αεροπορικής υπεροχής, τα Block 70 – αν τελικά το πρόγραμμα προχωρήσει – θα αυξήσουν τον αριθμό σύγχρονων F-16 και το ÖZGÜR θα επιτρέψει την αναβάθμιση μέρους του υφιστάμενου στόλου.
Η ισορροπία επομένως δεν είναι στατική. Η Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή το πλεονέκτημα στην ποιότητα των μαχητικών πρώτης γραμμής, ενώ η Τουρκία διατηρεί το πλεονέκτημα στους αριθμούς, στα αεροσκάφη υποστήριξης και στην εγχώρια βιομηχανική βάση.
Η επόμενη μεγάλη μάχη θα είναι δικτυοκεντρική
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η μελλοντική αναμέτρηση δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των μαχητικών αλλά από τις δικτυοκεντρικές δυνατότητες. Τα ραντάρ AESA, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τα AEW&C, τα δίκτυα δεδομένων και οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς αποκτούν πλέον καθοριστική σημασία. Σε αυτό το περιβάλλον, η συνεργασία μεταξύ F-35, Rafale, Viper και Erieye μπορεί να δημιουργήσει για την Ελλάδα ένα ιδιαίτερα ισχυρό δίκτυο αισθητήρων και όπλων.
Αντίστοιχα, η Τουρκία επιχειρεί να συνδυάσει Eurofighter, αναβαθμισμένα F-16 Block, E-7T και εγχώρια όπλα σε ένα ολοένα πιο δικτυοκεντρικό περιβάλλον.
Από το 2016 στο 2030: Η μεγάλη ανατροπή
Η επόμενη πενταετία θα είναι καθοριστική. Εάν η Ελλάδα ολοκληρώσει τα Viper, προχωρήσει στην αναβάθμιση των Block 50 και εντάξει ομαλά τα πρώτα F-35, θα μπορεί να διατηρήσει σημαντικό ποιοτικό πλεονέκτημα. Εάν όμως η Τουρκία προχωρήσει γρήγορα στην επιχειρησιακή ένταξη Eurofighter, Block 70 και αναβαθμισμένων ÖZGÜR, η διαφορά θα αρχίσει να περιορίζεται.
Ο συσχετισμός αεροπορικής ισχύος Ελλάδας και Τουρκίας δεν θα κριθεί επομένως μόνο από το πόσα μαχητικά θα διαθέτει κάθε πλευρά αλλά από το ποια αεροπορία θα μπορέσει να συνδυάσει καλύτερα αισθητήρες, όπλα, δικτύωση, ανθρώπινο δυναμικό και επιχειρησιακή εμπειρία.



