
“html
Η Πτώση Του Μακαρίου Και Η Άνοδος Του Σαμψών
Η 15η Ιουλίου 1974, μια ημέρα που θα χαραχτεί με μαύρα γράμματα στην ιστορία της Κύπρου, βρήκε τη Λευκωσία να ξυπνά μέσα σε έναν εφιάλτη. Οι πρώτες πρωινές ώρες σημαδεύτηκαν από την κίνηση τανκς της Εθνικής Φρουράς στους δρόμους της πρωτεύουσας, όχι για να υπερασπιστούν το νησί από εξωτερικό εχθρό, αλλά για να στραφούν εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης. Το Προεδρικό Μέγαρο τυλίχθηκε στις φλόγες, με έναν και μοναδικό στόχο : τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μέσα στο απόλυτο χάος, ενώ οι φήμες για τον θάνατο του Μακαρίου οργίαζαν, ένα όνομα άρχισε να ακούγεται στα ραδιόφωνα, ένα πρόσωπο ξεπρόβαλε από τους καπνούς του πραξικοπήματος για να αναλάβει τα ηνία του κράτους : ο Νίκος Σαμψών. Η ξαφνική του άνοδος στην προεδρία, ενός ανθρώπου που δεν είχε εκλεγεί από τον λαό, γεννά το κρίσιμο ερώτημα που στοιχειώνει την ιστορική μνήμη : ήταν ο Σαμψών απλώς ένα πιόνι στα χέρια της Αθηναϊκής χούντας, ή μήπως ήταν αυτός που, με τις επιλογές του, άνοιξε την πίσω πόρτα για την τουρκική εισβολή;
Το Σύντομο Και Ταραχώδες Προεδρικό Πέρασμα Του Σαμψών
Η ανάληψη της προεδρίας από τον Νίκο Σαμψών στις 15 Ιουλίου 1974 υπήρξε το αποκορύφωμα μιας σειράς γεγονότων που οδήγησαν στην αποσταθεροποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το πραξικόπημα, σχεδιασμένο και καθοδηγούμενο από την ελληνική στρατιωτική δικτατορία, είχε ως πρωταρχικό στόχο την ανατροπή του Προέδρου Μακαρίου, τον οποίο η χούντα θεωρούσε εμπόδιο στα σχέδιά της.
Η Εθνική Φρουρά, στελεχωμένη σε μεγάλο βαθμό από Έλληνες αξιωματικούς πιστούς στο καθεστώς της Αθήνας, επιτέθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο με στόχο την εξόντωση του Μακαρίου. Παρά την απέλπιδα αντίσταση, ο Αρχιεπίσκοπος κατάφερε να διαφύγει, όμως η εικόνα της χώρας είχε αλλάξει άρδην.
Μέσα σε αυτό το κενό εξουσίας και την αναταραχή, η χούντα της Αθήνας έσπευσε να ορίσει έναν νέο πρόεδρο, προκειμένου να νομιμοποιήσει την κατάληψη της εξουσίας. Ο Νίκος Σαμψών, μια φιγούρα γνωστή για τον έντονο εθνικισμό της και την σφοδρή αντιμακαριακή του στάση, επιλέχθηκε για να καλύψει αυτό το κενό.
Η επιλογή του δεν ήταν η πρώτη, καθώς αρχικά είχαν προσεγγιστεί πιο μετριοπαθείς πολιτικοί, όπως ο τότε Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης, οι οποίοι όμως αρνήθηκαν κατηγορηματικά να νομιμοποιήσουν την προδοσία. Ο Σαμψών, από την άλλη, ήταν πρόθυμος να αναλάβει τον ρόλο.
Η ορκωμοσία του έγινε από τον Μητροπολίτη Πάφου Γεννάδιο, καθώς ο Αρχιεπισκοπικός θρόνος αρνήθηκε να συμμετάσχει. Ωστόσο, η εξουσία του Σαμψών ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι υπήρξε ένα πιόνι στα χέρια της Αθηναϊκής χούντας, χωρίς πραγματική αυτονομία ή κατανόηση της διεθνούς γεωπολιτικής παγίδας στην οποία εισερχόταν, παρασύροντας μαζί του ολόκληρη την Κύπρο.
Η Κρίσιμη Αποδοχή Της Προεδρίας
Η απόφαση του Νίκου Σαμψών να αποδεχθεί την προεδρία μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της κυπριακής ιστορίας. Η χούντα της Αθήνας, υπό την ηγεσία του Δημητρίου Ιωαννίδη, αναζητούσε μια φιγούρα που θα μπορούσε να εκφράζει την αντίθεση στον Μακάριο και να νομιμοποιήσει την ανατροπή του.
Ο Σαμψών, με το έντονο εθνικιστικό του παρελθόν και την ενεργό συμμετοχή του σε ένοπλες συγκρούσεις, φαινόταν να πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Η αποδοχή της θέσης από τον Σαμψών, παρά την άρνηση άλλων πολιτικών προσωπικοτήτων, έδωσε στην Αθήνα το απαραίτητο άλλοθι για να παρουσιάσει το πραξικόπημα ως μια “εσωτερική” κυπριακή εξέλιξη, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια επιβολή της ελληνικής δικτατορίας.
Η ορκωμοσία του, αν και πραγματοποιήθηκε, στερούνταν ουσιαστικής νομιμοποίησης, καθώς ο θρησκευτικός ηγέτης της Κύπρου, ο Αρχιεπίσκοπος, είχε ανατραπεί και ο θρόνος ήταν κενός. Η σύντομη προεδρία του, που διήρκεσε μόλις οκτώ ημέρες, ήταν σημαδεμένη από την αδυναμία του να ελέγξει την κατάσταση και την αίσθηση ότι ήταν απλώς ένα εργαλείο στα χέρια άλλων.
Η πίεση από την Αθήνα, η οποία έβλεπε στο πρόσωπο του Μακαρίου το κύριο εμπόδιο στα σχέδιά της, ήταν ασφυκτική. Η επιλογή του Σαμψών, πέρα από την κάλυψη της χούντας, εξυπηρετούσε και την προπαγάνδα της Άγκυρας, η οποία θα χρησιμοποιούσε το όνομα και το παρελθόν του Σαμψών ως δικαιολογία για την εισβολή.
Η Σύντομη Και Καταστροφική Προεδρία
Η προεδρία του Νίκου Σαμψών υπήρξε η πιο σύντομη στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, διαρκώντας μόλις οκτώ ημέρες. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, που οδήγησε στην ανατροπή του Μακαρίου και την ανάδειξη του Σαμψών, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για την Τουρκία.
Παρά την προσπάθεια της χούντας να παρουσιάσει την κατάσταση ως εσωτερική υπόθεση, η διεθνής κοινότητα, και κυρίως η Άγκυρα, είδε στο πρόσωπο του Σαμψών την ιδανική αφορμή για να προχωρήσει στα δικά της επεκτατικά σχέδια. Ο Σαμψών, ως πρόεδρος, δεν κατόρθωσε να επιβάλει την εξουσία του ούτε να αντιμετωπίσει την επερχόμενη κρίση.
Η χώρα βυθίστηκε στο χάος, με συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και την απειλή της τουρκικής εισβολής να γίνεται όλο και πιο αισθητή. Η πίεση από την Αθήνα, η οποία είχε ενορχηστρώσει το πραξικόπημα, ήταν συνεχής, αλλά η αδυναμία του Σαμψών να διαχειριστεί την κατάσταση φάνηκε γρήγορα.
Καθώς οι τουρκικές δυνάμεις προωθούνταν προς την Κερύνεια και η κατάσταση επιδεινωνόταν δραματικά, ο Σαμψών συνειδητοποίησε την πλήρη αποτυχία και την εθνική προδοσία που είχε συντελεστεί. Στις 23 Ιουλίου 1974, οκτώ ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, αναγκάστηκε να παραιτηθεί.
Η εξουσία μεταβιβάστηκε, όπως προέβλεπε το Σύνταγμα, στον Πρόεδρο της Βουλής, Γλαύκο Κληρίδη. Ωστόσο, η Κύπρος είχε ήδη εισέλθει στην τροχιά της καταστροφής, με την τουρκική εισβολή να λαμβάνει χώρα λίγες ημέρες αργότερα, σηματοδοτώντας την αρχή του τραγικού τέλους για το νησί.
Η Διεθνής Αντίδραση Και Η Άνοδος Του Σαμψών
Η άνοδος του Νίκου Σαμψών στην προεδρία της Κύπρου στις 15 Ιουλίου 1974 προκάλεσε έντονες διεθνείς αντιδράσεις, οι οποίες, αν και αρχικά επικεντρώθηκαν στην καταδίκη του πραξικοπήματος, σύντομα άρχισαν να εστιάζουν στην ευκαιρία που αυτό παρείχε στην Τουρκία. Η ελληνική στρατιωτική δικτατορία, εκτελώντας το σχέδιό της για την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, όρισε τον Σαμψών ως πρόεδρο, προσδοκώντας να νομιμοποιήσει την κατάληψη της εξουσίας.
Ωστόσο, η διεθνής κοινότητα, και ιδίως η Τουρκία, είδε στο πρόσωπο του Σαμψών, ενός ατόμου με έντονο εθνικιστικό παρελθόν και προηγούμενες συγκρούσεις με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, την ιδανική αφορμή για να δικαιολογήσει την επέμβασή της. Η Τουρκία, επικαλούμενη τη Συνθήκη Εγγυήσεων του 1960, και με τη δικαιολογία της προστασίας των Τουρκοκυπρίων, ξεκίνησε την Επιχείρηση Αττίλα.
Η τοποθέτηση του Σαμψών στην εξουσία, ως “εξτρεμιστή εθνικιστή”, αποτέλεσε το βασικό επιχείρημα του Τούρκου πρωθυπουργού Μπουλέντ Ετζεβίτ για να πείσει τη διεθνή κοινότητα, και κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Χένρι Κίσινγκερ, να “κλείσουν τα μάτια” στην τουρκική εισβολή.
Παρόλο που η εγκληματική φύση του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου είναι αδιαμφισβήτητη, η τουρκική εισβολή, οι μαζικές δολοφονίες, οι βιασμοί και η κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους δεν νομιμοποιούνται από καμία συνθήκη ή διεθνή νομιμότητα. Η Τουρκία δεν εισέβαλε για να αποκαταστήσει τη δημοκρατία, αλλά για να επιβάλει τα δικά της στρατηγικά σχέδια διαμελισμού του νησιού.
Η προεδρία Σαμψών, άθελά της ή εκ προθέσεως, υπήρξε ο καταλύτης που επέτρεψε στην Τουρκία να υλοποιήσει αυτά τα σχέδια, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιολογία και αποδυναμώνοντας την άμυνα της Κύπρου.
Η Πρώιμη Ζωή Και Η Δράση Του Νίκου Σαμψών
Για να κατανοήσουμε πλήρως τον ρόλο του Νίκου Σαμψών στα δραματικά γεγονότα του 1974, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στην πρώιμη ζωή και τη δράση του. Γεννημένος ως Νικόλαος Γεωργιάδης το 1935 στην Αμμόχωστο, ο Σαμψών δεν ήταν μια άγνωστη προσωπικότητα στην κυπριακή κοινωνία.
Αντίθετα, ήταν μια φιγούρα που ξεχώριζε για την πολυπλοκότητα και τις ακρότητές της, εμπνέοντας άλλοτε φανατικό θαυμασμό και άλλοτε βαθιά απέχθεια. Η πορεία του σημαδεύτηκε από έντονη συμμετοχή σε εθνικιστικές και αγωνιστικές δράσεις, διαμορφώνοντας την εικόνα του ως ενός ατίθασου και ανυποχώρητου ηγέτη.
Από Τη Δημοσιογραφία Στην Αντίσταση
Κατά τη διάρκεια της βρετανικής αποικιοκρατίας, ο Νίκος Σαμψών ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία ως δημοσιογράφος σε διάφορες εφημερίδες. Παράλληλα, εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο “Ατρόμητος”. Η δράση του εναντίον των Βρετανών ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Ανέλαβε αποστολές στο κέντρο της Λευκωσίας, οι οποίες τον οδήγησαν στη σύλληψη και την καταδίκη του σε θάνατο το 1957.
Η ποινή του τελικά μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, με τον Σαμψών να εκτίει την ποινή του στη Βρετανία. Αποφυλακίστηκε μόνο μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, οι οποίες οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Κύπρου. Στα μάτια πολλών Ελληνοκυπρίων της εποχής, ο Σαμψών αναδείχθηκε σε ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα, γεγονός που ενίσχυσε την εικόνα του ως ενός αφοσιωμένου πατριώτη.
Ο Φανατισμός Και Η Σύγκρουση Με Τον Μακάριο
Η αφοσίωση του Σαμψών στο ιδανικό της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα δεν έπαψε ποτέ, φτάνοντας τα όρια του ακραίου εθνικιστικού φανατισμού. Στις κοινοτικές ταραχές του 1963 και 1964, ο Σαμψών ανέλαβε την ηγεσία ένοπλων ομάδων εναντίον των Τουρκοκυπρίων, πρωτοστατώντας στις μάχες και χτίζοντας την εικόνα ενός σκληρού, ανυποχώρητου και συχνά ανεξέλεγκτου ηγέτη.
Από εκείνη την περίοδο, το όνομά του έγινε συνώνυμο του τρόμου για την τουρκοκυπριακή κοινότητα, ένα στοιχείο που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην προπαγάνδα της Άγκυρας αργότερα. Η πολιτική πορεία της Κύπρου, ωστόσο, δεν ακολούθησε το όραμα του Σαμψών και των σκληροπυρηνικών εθνικιστών.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, αρχικά υποστηρικτής της Ένωσης, γρήγορα αντιλήφθηκε τις διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες. Ειδικά μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967, η πολιτική του Μακαρίου άλλαξε δραματικά, μεταβαίνοντας από την Ένωση στην προάσπιση και προστασία μιας ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας.
Για τους παλιούς αγωνιστές της ΕΟΚΑ και τους φανατικούς ενωτικούς, αυτή η ρεαλιστική στροφή θεωρήθηκε η υπέρτατη προδοσία. Ο Σαμψών βρέθηκε σταδιακά στην αντιπολίτευση του Μακαρίου, εκδίδοντας ακόμη και την εφημερίδα “Μάχη”, από την οποία επέκρινε σφοδρά τον πρόεδρο. Η πολιτική σκηνή της Κύπρου πολώθηκε επικίνδυνα.
Από τη μία πλευρά, ο Μακάριος κατηγορούνταν από τους αντιπάλους του ως αυταρχικός ηγέτης που εγκατέλειψε το εθνικό όραμα για προσωπική εξουσία. Από την άλλη, οι υποστηρικτές του τον έβλεπαν ως τον μοναδικό εγγυητή της επιβίωσης του κυπριακού κράτους απέναντι στις τουρκικές απειλές και τις αμερικανοβρετανικές πιέσεις.
Η Κύπρος είχε χωριστεί στα δύο, σε Μακαριακούς και αντι-Μακαριακούς, και το μίσος άρχισε να δηλητηριάζει την κοινωνία.
Η Συμμετοχή Στις Κοινοτικές Συγκρούσεις
Η δράση του Νίκου Σαμψών κατά τη διάρκεια των κοινοτικών ταραχών του 1963-1964 τον καθιέρωσε ως μια αμφιλεγόμενη, αλλά ισχυρή, φιγούρα στην κυπριακή πολιτική και κοινωνική ζωή. Σε αυτές τις ταραγμένες περιόδους, όπου οι σχέσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων επιδεινώθηκαν ραγδαία, ο Σαμψών ανέλαβε την ηγεσία ένοπλων ομάδων.
Η δράση του στράφηκε κατά των Τουρκοκυπρίων, και ο ίδιος πρωτοστάτησε σε μάχες, χτίζοντας την εικόνα ενός αποφασισμένου και αλύγιστου ηγέτη. Αυτές οι συγκρούσεις, αν και αποτέλεσαν μέρος της ευρύτερης ελληνοτουρκικής διαμάχης για την Κύπρο, σημάδεψαν βαθιά την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Το όνομα του Σαμψών έγινε συνώνυμο του φόβου και της αντίστασης για τους Τουρκοκύπριους, μια αντίληψη που η Τουρκία θα εκμεταλλευόταν αργότερα στην προπαγάνδα της. Η συμμετοχή του Σαμψών σε αυτές τις συγκρούσεις, πέρα από την ενίσχυση της φήμης του ως “ήρωα” στην ελληνοκυπριακή πλευρά, δημιούργησε επίσης ένα υπόβαθρο για την μελλοντική του εμπλοκή στην πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα.
Η σφοδρή του αντι-τουρκική στάση και η προθυμία του να χρησιμοποιήσει βία για την επίτευξη των εθνικιστικών του στόχων τον καθιστούσαν ιδανικό υποψήφιο για τα σχέδια της ελληνικής χούντας, η οποία αναζητούσε τρόπους να ανατρέψει τον Μακάριο και να προωθήσει την πολιτική της στην Κύπρο.
Η Εφημερίδα “μάχη” Και Η Αντιπολίτευση Στον Μακάριο
Η έντονη αντιπαράθεση του Νίκου Σαμψών με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο εκφράστηκε και μέσω της έκδοσης της εφημερίδας “Μάχη”. Αυτό το έντυπο αποτέλεσε το κύριο όχημα για την κριτική και την επίθεση του Σαμψών εναντίον του Μακαρίου και της πολιτικής του.
Η “Μάχη” δεν περιοριζόταν σε απλές διαφωνίες, αλλά προχωρούσε σε σφοδρές κατηγορίες, διαμορφώνοντας ένα κλίμα έντονης πόλωσης στην κυπριακή κοινωνία. Ο Σαμψών, υιοθετώντας μια ρετρό ρητορική της Ένωσης, κατηγορούσε τον Μακάριο για προδοσία του εθνικού οράματος, υποστηρίζοντας ότι ο Αρχιεπίσκοπος είχε εγκαταλείψει την ιδέα της ένωσης με την Ελλάδα για να εδραιώσει την προσωπική του εξουσία και να διατηρήσει την ανεξαρτησία της Κύπρου.
Αυτή η γραμμή επικοινωνίας, αν και ελκυστική σε τμήματα του πληθυσμού που παρέμεναν πιστά στην ιδέα της Ένωσης, αγνοούσε τις μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες και την πραγματική κατάσταση στην περιοχή. Η έκδοση της “Μάχης” και η έντονη αντιμακαριακή ρητορική του Σαμψών τον κατέστησαν κεντρικό πρόσωπο της αντιπολίτευσης, καθιστώντας τον, ταυτόχρονα, έναν ελκυστικό υποψήφιο για την ελληνική στρατιωτική δικτατορία, η οποία αναζητούσε ενεργά τρόπους να αποσταθεροποιήσει το καθεστώς του Μακαρίου και να επιβάλει την πολιτική της στο νησί.
Η στάση του Σαμψών, με την αδιαλλαξία και τον φανατισμό του, τον έφερε σε άμεση σύγκρουση με τον Μακάριο, προετοιμάζοντας το έδαφος για τα γεγονότα του 1974.
## Η Στροφή του Μακαρίου και η Διάσπαση
Η πορεία της Κύπρου προς την ανεξαρτησία και η μετέπειτα πορεία της σημαδεύτηκαν από σημαντικές πολιτικές στροφές και βαθιές διαιρέσεις. Αρχικά, ο Μακάριος, όπως και πολλοί άλλοι Ελληνοκύπριοι, υποστήριζε σθεναρά την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ωστόσο, η ψυχραιμία και η στρατηγική του σκέψη τον οδήγησαν στην κατανόηση των περίπλοκων διεθνών γεωπολιτικών ισορροπιών. Η εγκαθίδρυση της δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 αποτέλεσε σημείο καμπής για την πολιτική του. Αντιλαμβανόμενος ότι η Ένωση, υπό τις επικρατούσες συνθήκες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες εξελίξεις και απώλεια της κυπριακής αυτονομίας, ο Μακάριος άλλαξε ριζικά την πολιτική του. Η προσέγγιση "ευχής" (ένωση) μετατράπηκε σε "εφικτόν" (διατήρηση και προστασία μιας ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας).
### Η Αναθεώρηση της Εθνικής Στρατηγικής
Αυτή η ρεαλιστική στροφή του Μακαρίου δεν έγινε αποδεκτή από όλους. Για τους παλαιότερους αγωνιστές της ΕΟΚΑ και τους φανατικούς ενωτικούς, η αλλαγή αυτή θεωρήθηκε ως η υπέρτατη προδοσία. Η επιθυμία για την ένωση με την Ελλάδα, που κάποτε αποτελούσε το κοινό ιδανικό, άρχισε να διαβρώνεται από αυτή τη νέα πραγματικότητα. Ο Νίκος Σαμψών, με τις δικές του ακραίες εθνικιστικές θέσεις και την αταλάντευτη προσήλωσή του στην Ένωση, βρέθηκε σταδιακά σε πλήρη αντιπαράθεση με τον Αρχιεπίσκοπο. Η έκδοση της εφημερίδας "Μάχη" από τον Σαμψών, μέσω της οποίας ασκούσε σφοδρή κριτική στον πρόεδρο, αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο αυτής της ρήξης.
### Η Εμβάθυνση της Πολιτικής Πόλωσης
Η πολιτική σκηνή της Κύπρου βρέθηκε σε επικίνδυνη πόλωση. Από τη μία πλευρά, οι αντίπαλοι του Μακαρίου τον κατηγορούσαν για αυταρχική διακυβέρνηση και για εγκατάλειψη του εθνικού οράματος λόγω προσωπικής εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, οι πολυάριθμοι υποστηρικτές του θεωρούσαν τον Μακάριο ως τον μοναδικό εγγυητή της επιβίωσης του κυπριακού κράτους, ειδικά απέναντι στις τουρκικές απειλές και τις πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία. Η κυπριακή κοινωνία χωρίστηκε βίαια σε δύο στρατόπεδα : Μακαριακούς και αντι-Μακαριακούς. Το μίσος άρχισε να δηλητηριάζει την κοινωνία, δημιουργώντας ένα βαθύ εσωτερικό ρήγμα.
#### Η Σημασία του Ρήγματος
Αυτό το βαθύ εσωτερικό ρήγμα ήταν καθοριστικό για την περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων. Η διχασμένη κοινωνία καθιστούσε την Κύπρο ευάλωτη σε εξωτερικές παρεμβάσεις. Οι φανατικοί εθνικιστές, όπως ο Σαμψών, δεν μπορούσαν να αποδεχτούν την ανεξαρτησία ως αυτοσκοπό, ενώ ο Μακάριος προσπαθούσε να διασφαλίσει την ύπαρξη του κράτους. Η σύγκρουση αυτή, η οποία εκδηλώθηκε και με ένοπλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια των κοινοτικών ταραχών του 1963-1964, όπου ο Σαμψών ηγήθηκε ένοπλων ομάδων εναντίον Τουρκοκυπρίων, δημιούργησε ένα υπόβαθρο για περαιτέρω αποσταθεροποίηση.
#### Η Επίδραση στην Εθνική Ταυτότητα
Η στροφή του Μακαρίου και η διάσπαση που ακολούθησε είχαν βαθιές επιπτώσεις στην εθνική ταυτότητα των Ελληνοκυπρίων. Το όνειρο της Ένωσης, που για δεκαετίες τροφοδοτούσε τον αγώνα, άρχισε να αντικαθίσταται από την ανάγκη για επιβίωση ενός ανεξάρτητου κράτους. Αυτή η μετάβαση ήταν επώδυνη και δημιούργησε ρήγματα όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στις προσωπικές σχέσεις, καθώς οι απόψεις για τον εθνικό δρόμο της Κύπρου διαφέρουν ριζικά.
#### Σύγκριση με την Παλαιότερη Εποχή
Σε αντίθεση με την εποχή του αγώνα κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας, όπου υπήρχε ένας κοινός εχθρός και ένας σαφής στόχος (η Ένωση), μετά την ανεξαρτησία, οι εσωτερικές διαφωνίες και οι διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της Κύπρου οδήγησαν σε αυτή την επικίνδυνη διάσπαση. Η προσωπικότητα του Μακαρίου, που κάποτε ένωνε, τώρα δίχαζε, ενώ η φιγούρα του Σαμψών, που συμβόλιζε την ακραία εθνικιστική γραμμή, γινόταν όλο και πιο αμφιλεγόμενη.
Αυτή η εσωτερική σύγκρουση και η διάσπαση στην ελληνοκυπριακή κοινότητα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο πώς οι εξωτερικοί παράγοντες, και κυρίως η στρατιωτική δικτατορία των Αθηνών, θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση προς όφελός τους.
` `html
## Ο Ρόλος της Χούντας των Αθηνών
Η στρατιωτική δικτατορία των Αθηνών, γνωστή ως "Χούντα των Συνταγματαρχών", διαδραμάτισε έναν καταλυτικό και εξαιρετικά αρνητικό ρόλο στα γεγονότα που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Ειδικά μετά τον Νοέμβριο του 1973, με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, η Χούντα είδε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ως το κύριο εμπόδιο στα δικά της ασαφή και επικίνδυνα σχέδια. Η ιδεολογική τους αντίθεση στον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσαν "αριστερό", "φιλοσοβιετικό" και "κάστρο της Μεσογείου", τους οδήγησε στην απόφαση ότι έπρεπε να απομακρυνθεί από την πολιτική σκηνή της Κύπρου.
### Η Στρατηγική της Αποσταθεροποίησης
Η Χούντα των Αθηνών, υπό την καθοδήγηση του Ιωαννίδη, υιοθέτησε μια συστηματική και ύπουλη στρατηγική για την αποσταθεροποίηση της Κύπρου. Τα σχέδιά τους κυμαίνονταν από την υποστήριξη μιας "ρεαλιστικής ένωσης" (μιας ελεγχόμενης από την Αθήνα ένωσης) έως και την "συμφωνημένη διαίρεση" του νησιού, πιθανώς στο πλαίσιο των σχεδίων του ΝΑΤΟ. Για να επιτύχουν αυτούς τους στόχους, χρηματοδοτούσαν, καθοδηγούσαν και οπλίzαν την ΕΟΚΑ Β, μια παράνομη παραστρατιωτική οργάνωση που είχε ιδρύσει ο Γεώργιος Γρίβας το 1971. Η Χούντα ουσιαστικά ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο της ΕΟΚΑ Β μετά τον θάνατο του Γρίβα τον Ιανουάριο του 1974.
#### Η Δράση των Ελλήνων Αξιωματικών
Οι Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά της Κύπρου έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην προετοιμασία του εδάφους για το πραξικόπημα. Καθημερινά, υπονόμευαν την εξουσία του Μακαρίου, οργανώνοντας σαμποτάζ, κλοπές όπλων και απόπειρες δολοφονίας. Αυτή η δράση, υπό τις άμεσες εντολές της Χούντας, δημιούργησε ένα κλίμα ανασφάλειας και αμφισβήτησης της νόμιμης κυβέρνησης.
### Το Τελευταίο Τελεσίγραφο του Μακαρίου
Η ένταση κορυφώθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1974. Ο Μακάριος, αντιλαμβανόμενος τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του και η εθνική κυριαρχία της Κύπρου, απέστειλε μια ιστορική επιστολή στον τότε πρόεδρο της Χούντας, Στρατηγό Γκιζίκη. Στην επιστολή αυτή, ο Μακάριος ζητούσε την άμεση απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών από την Κύπρο και κατηγορούσε ευθέως τη δικτατορία της Αθήνας ότι συνωμοτούσε κατά της ζωής του και κατά της Κύπρου. Η απάντηση του Ιωαννίδη δεν ήρθε με έγγραφα, αλλά με τη βία.
#### Η Απάντηση της Χούντας : Το Πραξικόπημα
Η απάντηση της Χούντας στο τελεσίγραφο του Μακαρίου ήταν το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Την αυγή εκείνης της ημέρας, τεθωρακισμένες δυνάμεις, μονάδες κομάντος και ένοπλα μέλη της ΕΟΚΑ Β, υπό τις αυστηρές διαταγές Ελλήνων αξιωματικών της Χούντας, επιτέθηκαν βίαια στο Προεδρικό Μέγαρο. Ο στόχος ήταν σαφής και αδιαπραγμάτευτος : η φυσική εξόντωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η σφοδρή επίθεση στο κτίριο, όμως, δεν κατέστησε δυνατή την επίτευξη του στόχου, καθώς ο Μακάριος κατάφερε να διαφύγει.
### Η Επιλογή του Νίκου Σαμψών
Μέσα στο χάος που ακολούθησε το πραξικόπημα, η Χούντα των Αθηνών βρέθηκε αντιμέτωπη με την ανάγκη να νομιμοποιήσει την κατάληψη της εξουσίας στην Κύπρο. Χρειαζόταν έναν πρόεδρο, έστω και ανδρείκελο, για να διαχειριστεί την κατάσταση. Ωστόσο, οι αρχικές τους επιλογές αποδείχθηκαν ανεπιτυχείς. Πολιτικοί όπως ο Πρόεδρος της Βουλής, Γλαύκος Κληρίδης, αρνήθηκαν κατηγορηματικά να νομιμοποιήσουν την "προδοσία". Ο χρόνος πίεζε, και η Χούντα χρειαζόταν επειγόντως μια αναγνωρίσιμη, φανατικά αντι-Μακαριακή φιγούρα, ικανή να ενώσει τους υποστηρικτές της Ένωσης και τα μέλη της ΕΟΚΑ Β. Ο Νίκος Σαμψών, με το παρελθόν του ως αγωνιστής, τη ριζοσπαστική του στάση και την άρνησή του να συμβιβαστεί, ταίριαζε απόλυτα σε αυτό το προφίλ. Ήταν πρόθυμος να αναλάβει τον ρόλο, κάτι που τον καθιστούσε ιδανικό υποψήφιο για τους σχεδιαστές του πραξικοπήματος.
#### Η Κουμανταρία του Ιωαννίδη
Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι ο Νίκος Σαμψών δεν ήταν η πρώτη επιλογή του Στρατηγού Ιωαννίδη. Ο Ιωαννίδης προσέγγισε αρχικά πιο μετριοπαθείς και θεσμικούς πολιτικούς, οι οποίοι όμως απέρριψαν την πρόταση. Ο Σαμψών, με την ιδεολογική του εγγύτητα στην ακροδεξιά και την άρνησή του να αποδεχτεί την ανεξαρτησία της Κύπρου, αποτέλεσε την "ύστατη" λύση για τη Χούντα. Η επιλογή του, ωστόσο, αποδείχθηκε μοιραία, καθώς η αντίθεσή του στον Μακάριο και η σύνδεσή του με την ΕΟΚΑ Β χρησιμοποιήθηκαν ως το τέλειο άλλοθι για την τουρκική εισβολή.
#### Η Εποχή της "Διπλής Εξουσίας"
Η Χούντα των Αθηνών, μέσω της επιβολής του Σαμψών στην προεδρία, προσπάθησε να δημιουργήσει μια "διπλή εξουσία" στην Κύπρο, με την Αθήνα να διατηρεί τον ουσιαστικό έλεγχο. Η επιλογή ενός προέδρου που δεν είχε εκλεγεί δημοκρατικά και η οποία προέκυψε από ένα βίαιο πραξικόπημα, υπονόμευσε περαιτέρω τη διεθνή νομιμοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και άνοιξε τον δρόμο για την τουρκική παρέμβαση.
Ο ρόλος της Χούντας των Αθηνών στα γεγονότα του 1974 δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Ήταν ο κύριος υποκινητής και οργανωτής του πραξικοπήματος, εκμεταλλευόμενη τις εσωτερικές διαιρέσεις της Κύπρου για να προωθήσει τα δικά της εθνικιστικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, οδηγώντας τελικά το νησί στον όλεθρο.
` `html
## Η ΕΟΚΑ Β και η Υποστήριξη από την Αθήνα
Η Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών Β' (ΕΟΚΑ Β) υπήρξε ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα και καταστροφικά στοιχεία στην πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την τραγωδία του 1974. Ιδρύθηκε το 1971 από τον Γεώργιο Γρίβα, τον ηγέτη της πρώτης ΕΟΚΑ, με σκοπό την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την επίτευξη της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Η οργάνωση αυτή, που αρχικά έδρασε στην παρανομία, αποτέλεσε το κύριο όργανο της στρατιωτικής δικτατορίας των Αθηνών για την αποσταθεροποίηση του νησιού και την προετοιμασία του εδάφους για το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974.
### Η Γέννηση και η Ιδεολογία της ΕΟΚΑ Β
Η ΕΟΚΑ Β προέκυψε από την απογοήτευση και τον θυμό τμημάτων του ελληνοκυπριακού πληθυσμού, κυρίως από τους πιο φανατικούς εθνικιστές και τους παλαιούς αγωνιστές της ΕΟΚΑ, οι οποίοι θεωρούσαν την πολιτική του Μακαρίου ως προδοσία του εθνικού ιδεώδους της Ένωσης. Ο Γρίβας, με το κύρος του ως εθνικού ήρωα, κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του χιλιάδες οπαδούς, προσδίδοντας στην οργάνωση έναν μιλιταριστικό και παραστρατιωτικό χαρακτήρα. Η ιδεολογία της ΕΟΚΑ Β επικεντρωνόταν στην απόλυτη πίστη στην Ένωση, στην περιφρόνηση προς την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία και στην εχθρότητα προς τον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσαν εμπόδιο στην εκπλήρωση του εθνικού ονείρου.
#### Ο Ρόλος του Γεωργίου Γρίβα
Ο Γεώργιος Γρίβας, παρά την προχωρημένη ηλικία του, λειτούργησε ως ο πνευματικός ηγέτης και ο κύριος κινητήριος μοχλός της ΕΟΚΑ Β. Η παρουσία του προσέδιδε μια αίσθηση νομιμοποίησης στις παράνομες ενέργειες της οργάνωσης. Ωστόσο, μετά τον θάνατό του τον Ιανουάριο του 1974, η ηγεσία της ΕΟΚΑ Β πέρασε ουσιαστικά στα χέρια της Χούντας των Αθηνών, η οποία εκμεταλλεύτηκε πλήρως την οργάνωση για τους δικούς της σκοπούς.
### Η Υποστήριξη από τη Χούντα των Αθηνών
Η στρατιωτική δικτατορία των Αθηνών, και ιδιαίτερα το καθεστώς του Ιωαννίδη, αναγνώρισε στην ΕΟΚΑ Β ένα ιδανικό εργαλείο για την επίτευξη των στόχων της. Η Χούντα παρείχε στην ΕΟΚΑ Β :
- Οικονομική Υποστήριξη : Σημαντικά χρηματικά ποσά διοχετεύτηκαν προς την οργάνωση, επιτρέποντάς της να λειτουργεί, να αγοράζει όπλα και να χρηματοδοτεί τις δράσεις της.
- Στρατιωτική Εκπαίδευση και Οπλισμό : Μέσω Ελλήνων αξιωματικών που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά, η ΕΟΚΑ Β λάμβανε εκπαίδευση και πρόσβαση σε σύγχρονα όπλα.
- Πολιτική και Ιδεολογική Καθοδήγηση : Η Χούντα καθοδηγούσε την πολιτική ατζέντα της ΕΟΚΑ Β, ενθαρρύνοντας την αντι-Μακαριακή ρητορική και τις ενέργειες που αποσκοπούσαν στην αποδυνάμωση της νόμιμης κυβέρνησης.
- Συντονισμό Δράσεων : Οι ενέργειες της ΕΟΚΑ Β συχνά συντόνιζονταν από την Αθήνα, με στόχο τη δημιουργία ενός κλίματος αναταραχής και την προετοιμασία του πραξικοπήματος.
#### Ο Ρόλος των Ελλήνων Αξιωματικών
Οι Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στην Κυπριακή Εθνική Φρουρά, και οι οποίοι ήταν πιστοί στη Χούντα, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της ΕΟΚΑ Β. Ορισμένοι από αυτούς ενθάρρυναν ανοιχτά τη δράση της οργάνωσης, ενώ άλλοι, αν και επίσημα δεν ανήκαν σε αυτήν, παρείχαν έμμεση υποστήριξη, όπως η παροχή πληροφοριών ή η διευκόλυνση της μεταφοράς όπλων. Αυτή η διείσδυση των ελληνικών στρατιωτικών αρχών στην κυπριακή άμυνα ήταν κρίσιμη για την επιτυχία του πραξικοπήματος.
### Η Δράση της ΕΟΚΑ Β και η Συμβολή της στο Πραξικόπημα
Η ΕΟΚΑ Β, με την υποστήριξη της Αθήνας, ανέπτυξε μια εκτεταμένη δράση που περιλάμβανε :
- Προπαγάνδα και Δυσφήμιση : Εκτεταμένες εκστρατείες δυσφήμισης κατά του Μακαρίου και της κυβέρνησής του, με στόχο την αποδυνάμωση της λαϊκής στήριξης.
- Σαμποτάζ και Παραστρατιωτικές Ενέργειες : Ενέργειες σαμποτάζ σε υποδομές, καθώς και ένοπλες επιθέσεις εναντίον κρατικών αρχών και υποστηρικτών του Μακαρίου.
- Δημιουργία Κλίματος Φόβου : Η δράση της οργάνωσης αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός κλίματος φόβου και ανασφάλειας, καθιστώντας το νησί ευάλωτο σε περαιτέρω παρεμβάσεις.
- Συμμετοχή στο Πραξικόπημα : Τα μέλη της ΕΟΚΑ Β, υπό την καθοδήγηση Ελλήνων αξιωματικών, έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίθεση κατά του Προεδρικού Μεγάρου στις 15 Ιουλίου 1974, καθώς και σε άλλες παράλληλες επιχειρήσεις σε όλο το νησί.
#### Η Σύνδεση με την Τουρκική Προπαγάνδα
Η δράση της ΕΟΚΑ Β, ιδιαίτερα η βίαιη συμπεριφορά και η σύνδεσή της με ακραίες εθνικιστικές θέσεις, χρησιμοποιήθηκε εκτενώς από την τουρκική προπαγάνδα. Η Άγκυρα, μέσω της προβολής των ενεργειών της ΕΟΚΑ Β και της σύνδεσής τους με τον Νίκο Σαμψών (ο οποίος έγινε πρόεδρος μετά το πραξικόπημα), παρουσίασε την κατάσταση στην Κύπρο ως άμεση απειλή για την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αυτό αποτέλεσε το κύριο επιχείρημα της Τουρκίας για την δικαιολόγηση της εισβολής, μέσω της επίκλησης της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960.
Συνοψίζοντας, η ΕΟΚΑ Β, ως όργανο της Χούντας των Αθηνών, δεν ήταν απλώς μια παραστρατιωτική οργάνωση. Ήταν ένα κεντρικό στοιχείο σε ένα ευρύτερο σχέδιο αποσταθεροποίησης, το οποίο, με την υποστήριξη και την καθοδήγηση από την Αθήνα, οδήγησε άμεσα στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και, κατ' επέκταση, στην τουρκική εισβολή και την τραγωδία της Κύπρου.
Το Πραξικόπημα Της 15ης Ιουλίου 1974
Η 15η Ιουλίου 1974 ξημέρωσε στη Λευκωσία με έναν εφιαλτικό τρόπο, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός σκοτεινού κεφαλαίου στην ιστορία της Κύπρου. Τα τανκς της Εθνικής Φρουράς, αντί να προστατεύουν το νησί από εξωτερικούς εχθρούς, στράφηκαν εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης. Το Προεδρικό Μέγαρο τυλίχθηκε στις φλόγες, με ξεκάθαρο στόχο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μέσα στο χάος και τις φήμες για τον θάνατο του Μακαρίου, ένα όνομα άρχισε να ακούγεται στα ραδιόφωνα : Νίκος Σαμψών. Η ανάδυση αυτού του προσώπου από τον καπνό του πραξικοπήματος, για να αναλάβει τα ηνία του κράτους, εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα που στοιχειώνει την ιστορική μνήμη : Ήταν ο Σαμψών απλώς ένα πιόνι στα χέρια της Αθηναϊκής χούντας ή ο άνθρωπος που άνοιξε την πόρτα στην τουρκική εισβολή;
Η Αρχή Της Καταστροφής : Η Εισβολή Της Εθνικής Φρουράς
Η αυγή της 15ης Ιουλίου 1974 βρήκε τη Λευκωσία βυθισμένη σε ένα χάος πρωτοφανούς έντασης. Τανκς της Εθνικής Φρουράς, η δύναμη που υποτίθεται ότι θα προστάτευε την Κύπρο, κατέκλυσαν τους δρόμους της πρωτεύουσας. Ωστόσο, ο σκοπός τους δεν ήταν η άμυνα εναντίον κάποιου εξωτερικού εχθρού, αλλά η ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης. Το Προεδρικό Μέγαρο έγινε στόχος σφοδρής επίθεσης, με αποτέλεσμα να τυλιχθεί στις φλόγες. Ο κύριος στόχος του πραξικοπήματος ήταν σαφής και αδιαμφισβήτητος : η φυσική εξόντωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Η Κυριαρχία Του Χάους Και Η Ανάδυση Του Σαμψών
Μέσα σε αυτό το απόλυτο χάος, όπου οι φήμες για τον θάνατο του Μακαρίου διαδίδονταν με ταχύτητα φωτιάς, ένα όνομα άρχισε να ακούγεται στα ραδιόφωνα. Ήταν το όνομα του Νίκου Σαμψών. Ένα πρόσωπο που, μέσα από τον καπνό και την αναταραχή του πραξικοπήματος, αναδύθηκε για να αναλάβει τα ηνία του κράτους. Η ξαφνική του ανάληψη της προεδρίας, ενός ανθρώπου που δεν είχε εκλεγεί από τον λαό, σε μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές του Ελληνισμού και της Κύπρου, εγείρει ένα θεμελιώδες ερώτημα : Πώς ένας τέτοιος άνδρας βρέθηκε στην προεδρία σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία;
Το Ερώτημα Της Ενοχής : Πιόνι Ή Πρωταγωνιστής;
Το ερώτημα που πλανάται στην ιστορική μνήμη είναι αν ο Νίκος Σαμψών υπήρξε απλώς ένα πιόνι στα χέρια της Αθηναϊκής δικτατορίας των Συνταγματαρχών, ή αν οι δικές του επιλογές άνοιξαν την πίσω πόρτα για την τουρκική εισβολή. Η πορεία του Σαμψών, από αγωνιστής της ΕΟΚΑ σε πρόεδρο ενός πραξικοπήματος, είναι γεμάτη αντιφάσεις και αμφιλεγόμενες αποφάσεις.
Η σύνδεσή του με την Αθηναϊκή χούντα και ο ρόλος του στην ανατροπή του Μακαρίου παραμένουν αντικείμενο έντονης ιστορικής συζήτησης.
Η Ελληνική Δικτατορία Και Ο Ρόλος Της Στην Κύπρο
Η στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα, ιδίως μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη τον Νοέμβριο του 1973, έβλεπε τον Μακάριο ως το κύριο εμπόδιο στα δικά της ασαφή και επικίνδυνα σχέδια για την Κύπρο. Θεωρούσαν τον Μακάριο αριστερό, φιλοσοβιετικό και “το κάστρο της Μεσογείου”.
Η πεποίθησή τους ήταν ότι έπρεπε να απομακρυνθεί για να προχωρήσουν στα σχέδιά τους, τα οποία κυμαίνονταν από μια πραγματιστική ένωση μέχρι μια συμφωνημένη διαίρεση του νησιού στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Για να επιτύχουν αυτόν τον σκοπό, η χούντα ξεκίνησε μια συστηματική και ύπουλη προσπάθεια αποσταθεροποίησης της Κύπρου.
Αυτή η προσπάθεια χρηματοδοτήθηκε, καθοδηγήθηκε και οπλίστηκε από την ΕΟΚΑ Β’, την παράνομη παραστρατιωτική οργάνωση που είχε ιδρύσει ο Γεώργιος Γρίβας το 1971. Μετά τον θάνατο του Γρίβα τον Ιανουάριο του 1974, ο Ιωαννίδης ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο της οργάνωσης.
Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά προετοίμασαν το έδαφος, υπονομεύοντας καθημερινά τον Μακάριο, οργανώνοντας σαμποτάζ, κλοπές όπλων και απόπειρες δολοφονίας. Η σύγκρουση έφτασε στο αποκορύφωμά της στις αρχές Ιουλίου 1974, όταν ο Μακάριος, αντιλαμβανόμενος τον άμεσο κίνδυνο, έστειλε μια ιστορική επιστολή στον πρόεδρο της χούντας, Στρατηγό Γκιζίκη, ζητώντας την άμεση απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών από την Κύπρο και κατηγορώντας ευθέως τη δικτατορία της Αθήνας για συνωμοσία εναντίον της ζωής του και της Κύπρου.
Η απάντηση του Ιωαννίδη δεν ήταν γραπτή, αλλά ένοπλη.
Η Σύνδεση Σαμψών Με Την Χούντα Και Η Ανάληψη Της Εξουσίας
Η ανάγκη της Αθηναϊκής χούντας για μια αναγνωρίσιμη, φανατικά αντι-Μακαριακή προσωπικότητα που θα μπορούσε να ενώσει τους υποστηρικτές της Ένωσης και τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’ ήταν επιτακτική. Ο Νίκος Σαμψών πληρούσε αυτά τα κριτήρια και, κυρίως, ήταν πρόθυμος να αναλάβει τον ρόλο.
Ιστορικές μαρτυρίες και πηγές υποδεικνύουν ότι ο Σαμψών δεν ήταν η πρώτη επιλογή του Ιωαννίδη. Αρχικά, οι πραξικοπηματίες προσέγγισαν άλλους, πιο μετριοπαθείς και θεσμικούς πολιτικούς της Κύπρου, όπως ο Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης, οι οποίοι όμως αρνήθηκαν κατηγορηματικά να νομιμοποιήσουν την προδοσία.
Ο χρόνος πίεζε ασφυκτικά. Η χούντα χρειαζόταν άμεσα ένα πρόσωπο για να νομιμοποιήσει την αρπαγή της εξουσίας. Ο Σαμψών, ο οποίος είχε διατελέσει και πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου, μιας οργάνωσης με έντονο εθνικιστικό και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα, αναδείχθηκε ως η ιδανική λύση.
Ορκίστηκε πρόεδρος από τον Μητροπολίτη Πάφου Γεννάδιο, καθώς ο νόμιμος εκπρόσωπος του Αρχιεπισκοπικού θρόνου αρνήθηκε να προβεί σε αυτή την ενέργεια. Η νομιμοποίηση, ωστόσο, ήταν επιφανειακή. Η πραγματική δύναμη δεν βρισκόταν στα χέρια του Σαμψών.
Η Αποδυνάμωση Του Σαμψών Και Η Έλλειψη Ουσιαστικής Εξουσίας
Οι ιστορικοί συμφωνούν απόλυτα ότι η εξουσία του Σαμψών ήταν “δογματική”. Δεν ήταν ο εγκέφαλος του πραξικοπήματος, αλλά ένας “άνθρωπος χωρίς χέρια”, ένα πιόνι σε μια σκακιέρα που είχαν στήσει άλλοι στην Αθήνα. Βρέθηκε στην κορυφή μιας κατάστασης που πιθανώς τον ξεπερνούσε, χωρίς να έχει την διορατικότητα να αντιληφθεί το μέγεθος της διεθνούς γεωπολιτικής παγίδας στην οποία έμπαινε, παρασύροντας μαζί του ολόκληρη την Κύπρο.
Η ανακήρυξή του σε πρόεδρο, υπό την καθοδήγηση της χούντας, δεν του προσέδωσε ουσιαστική εξουσία, αλλά τον μετέτρεψε σε ένα βολικό εργαλείο για την υλοποίηση των σχεδίων της Αθήνας.
Η Συμβολή Του Σαμψών Στην Τουρκική Εισβολή
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 αποτέλεσε ένα εγκληματικό λάθος που άνοιξε την “πίσω πόρτα” για την τουρκική εισβολή. Παράσχε στην Τουρκία το πολύτιμο άλλοθι που αναζητούσε εδώ και δεκαετίες. Ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας, Μπουλέντ Ετσεβίτ, άδραξε την ευκαιρία. Επικαλέστηκε άμεσα τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία, μαζί με την Ελλάδα και τη Βρετανία, διατηρούσε το δικαίωμα επέμβασης με αποκλειστικό σκοπό την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, εάν αυτή ανατρεπόταν.
Ο Ετσεβίτ υποστήριξε διεθνώς ότι η τοποθέτηση του υπερεθνικιστή Σαμψών στην εξουσία, ενός ανθρώπου που είχε συνδεθεί στο παρελθόν με βίαιες πράξεις εναντίον Ελληνοκυπρίων, αποτελούσε άμεση απειλή για την ζωή της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Έτσι, την αυγή της 20ης Ιουλίου 1974, ξεκίνησε η “Επιχείρηση Αττίλας”.
Η τοποθέτηση ενός προέδρου όπως ο Σαμψών, με το αμφιλεγόμενο παρελθόν του και την αναμφισβήτητη σύνδεσή του με την ανατροπή του Μακαρίου, παρείχε στην Τουρκία το ιδανικό επιχείρημα για να πείσει τη διεθνή κοινότητα, και ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες του Χένρι Κίσινγκερ, να “γυρίσουν την πλάτη”.
Παρόλο που οι ιστορικοί επισημαίνουν ότι η Τουρκία είχε έτοιμα σχέδια εισβολής και διαμελισμού από τη δεκαετία του 1950, απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή, ο ρόλος του Σαμψών ήταν καταλυτικός. Η δική του προεδρία, όσο σύντομη κι αν ήταν, δημιούργησε το ιδανικό γεωστρατηγικό παράθυρο, παραλύοντας τις άμυνες του νησιού και στρέφοντας τα όπλα της Εθνικής Φρουράς προς τα ενδότερα αντί για τις ακτές.
Η Προεδρία Σαμψών Και Η Πρόβατα Της Εισβολής
Η σύντομη και ταραχώδης προεδρία του Νίκου Σαμψών, που διήρκεσε μόλις οκτώ ημέρες, αποτελεί μια τραγική απόδειξη της κατάρρευσης του κράτους και της ευαλωτότητάς του σε εξωτερικές παρεμβάσεις. Ανέλαβε την εξουσία σε ένα κενό δύναμης, που προκλήθηκε από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, με την Αθήνα να επιδιώκει τη νομιμοποίηση της παράνομης κατάληψης της εξουσίας.
Ωστόσο, η έλλειψη ουσιαστικής εξουσίας και η εξάρτησή του από την Αθηναϊκή χούντα τον κατέστησαν αδύναμο να αντισταθεί στις εξελίξεις, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο για την τουρκική εισβολή.
Η Οκταήμερη Προεδρία : Μια Σύντομη Και Ταραχώδης Περίοδος
Η ανάληψη της προεδρίας από τον Νίκο Σαμψών στις 15 Ιουλίου 1974 σηματοδότησε την κορύφωση του πραξικοπήματος που είχε οργανώσει η Ελληνική στρατιωτική δικτατορία. Η προεδρία του, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά σύντομη, διαρκώντας μόλις οκτώ ημέρες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Σαμψών βρέθηκε αντιμέτωπος με μια κατάσταση που ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητές του.
Η χώρα βυθίστηκε στο χάος, με εμφύλιες συγκρούσεις και την απειλή εξωτερικής επέμβασης να πλανάται βαριά. Ο ίδιος ο Σαμψών, παρά την προθυμία του να αναλάβει τον ρόλο, δεν διέθετε την απαραίτητη πολιτική εμπειρία ή την διεθνή αναγνώριση για να διαχειριστεί μια τόσο περίπλοκη και επικίνδυνη κατάσταση.
Η εξάρτησή του από την Αθηναϊκή χούντα ήταν απόλυτη, γεγονός που περιόριζε δραστικά την αυτονομία του και τον καθιστούσε ένα πιόνι στα χέρια των δικτατόρων.
Η Εξάρτηση Από Την Αθήνα Και Η Έλλειψη Αυτονομίας
Η προεδρία του Σαμψών χαρακτηρίστηκε από την απόλυτη εξάρτηση από την Αθηναϊκή χούντα. Δεν ήταν ο αρχιτέκτονας του πραξικοπήματος, αλλά ένας εκτελεστής των εντολών της Αθήνας. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν στην Αθήνα και ο Σαμψών καλούνταν απλώς να τις εφαρμόσει. Αυτή η έλλειψη αυτονομίας τον καθιστούσε ανίσχυρο να αντιδράσει στις εξελίξεις ή να διαμορφώσει μια δική του πολιτική.
Η διεθνής κοινότητα δεν αναγνώριζε τη νόμιμη εξουσία του, καθώς η άνοδός του στην προεδρία βασίστηκε σε ένα πραξικόπημα που υποστηρίχθηκε από ξένη δύναμη. Η προεδρία του δεν αποτέλεσε παρά μια προσωρινή λύση για τη χούντα, προκειμένου να καλύψει το κενό εξουσίας και να δώσει μια ψευδαίσθηση νομιμότητας στην ανατροπή του Μακαρίου.
Οι Διεθνείς Αντιδράσεις Και Η Αδυναμία Του Σαμψών
Η διεθνής αντίδραση στην ανάληψη της εξουσίας από τον Σαμψών ήταν κυρίως αρνητική. Πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, αν και αρχικά διστακτικές, εξέφρασαν την ανησυχία τους για την ανατροπή του Μακαρίου και την άνοδο στην εξουσία ενός ατόμου που συνδέονταν με την Ελληνική χούντα.
Η έλλειψη διεθνούς αναγνώρισης απομόνωσε περαιτέρω την κυβέρνηση Σαμψών και περιόρισε δραστικά την ικανότητά της να διαχειριστεί την κρίση. Η Τουρκία, από την άλλη πλευρά, εκμεταλλεύτηκε πλήρως την κατάσταση, χρησιμοποιώντας την άνοδο του Σαμψών ως πρόσχημα για να δικαιολογήσει την επικείμενη εισβολή της.
Η αδυναμία του Σαμψών να διασφαλίσει διεθνή στήριξη ή να αντιμετωπίσει τις τουρκικές απειλές κατέστησε την προεδρία του μια προσωρινή και τελικά καταδικασμένη προσπάθεια.
Η Πρόβα Της Εισβολής : Η Δημιουργία Του Πρόσχηματος
Η προεδρία Σαμψών λειτούργησε ως η τέλεια πρόβα για την τουρκική εισβολή. Η Αθηναϊκή χούντα, με την ανατροπή του Μακαρίου και την τοποθέτηση ενός αμφιλεγόμενου προσώπου στην προεδρία, δημιούργησε το πρόσχημα που η Τουρκία χρειαζόταν. Η αναφορά στην “απειλή” για την τουρκοκυπριακή κοινότητα, λόγω του παρελθόντος του Σαμψών, έγινε το κεντρικό επιχείρημα της Άγκυρας.
Η διεθνής κοινότητα, αν και δυσαρεστημένη, βρέθηκε σε δυσχερή θέση. Η Κύπρος, αποδυναμωμένη από την εσωτερική διαμάχη και την ξένη επιρροή, δεν μπορούσε να αντισταθεί αποτελεσματικά. Η προεδρία Σαμψών, αντί να σταθεροποιήσει την κατάσταση, την επιδείνωσε, ανοίγοντας οριστικά τον δρόμο για την τουρκική εισβολή, η οποία θα ακολουθούσε λίγες μόλις ημέρες μετά την παραίτησή του.
Η Παραίτηση Και Η Μεταβίβαση Της Εξουσίας
Η κατάρρευση της προεδρίας Σαμψών ήταν αναπόφευκτη. Καθώς τα τουρκικά στρατεύματα προέλαυναν προς την Κερύνεια, σκορπώντας τον όλεθρο και ηχώντας τα μηνύματα της εθνικής προδοσίας μέχρι την Αθήνα, ο Σαμψών συνειδητοποίησε ότι το παιχνίδι είχε χαθεί. Στις 23 Ιουλίου 1974, αναγκάστηκε να παραιτηθεί.
Η εξουσία μεταβιβάστηκε, σύμφωνα με το Σύνταγμα, στον Πρόεδρο της Βουλής, Γλαύκο Κληρίδη. Ωστόσο, η Κύπρος είχε ήδη βυθιστεί στις φλόγες της καταστροφής, με την τουρκική εισβολή να σηματοδοτεί την αρχή μιας μακράς περιόδου κατοχής και διχοτόμησης.
Η Εισβολή “αττίλας” Και Η Συνέπεια
Η τουρκική εισβολή, με την κωδική ονομασία “Αττίλας”, που ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 1974, αποτέλεσε την τραγική κατάληξη ενός πολύπλοκου παιχνιδιού εξουσίας και γεωπολιτικών συμφερόντων. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, που υποκινήθηκε από την Αθηναϊκή χούντα, δημιούργησε το ιδανικό πρόσχημα για την Τουρκία να επιβάλει τη δική της λύση στο Κυπριακό ζήτημα.
Η εισβολή, ωστόσο, δεν αποτέλεσε μια νόμιμη παρέμβαση, αλλά μια κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, με στόχο τη διαμελιστική πολιτική της Άγκυρας.
Η Επιχείρηση “αττίλας” : Η Έναρξη Της Εισβολής
Την αυγή της 20ης Ιουλίου 1974, η Τουρκία εξαπέλυσε την “Επιχείρηση Αττίλας”. Τουρκικά αποβατικά σκάφη προσέγγισαν τις ακτές της Κερύνειας, ενώ αλεξιπτωτιστές αποβιβάστηκαν στην τουρκοκυπριακή “νεκρή ζώνη” της Λευκωσίας. Η εισβολή αυτή, αν και παρουσιάστηκε από την Τουρκία ως επέμβαση για την προστασία των Τουρκοκυπρίων, αποτελούσε στην πραγματικότητα την υλοποίηση μακροχρόνιων σχεδίων για τη διαμέλιση του νησιού.
Η δικαιολογία της “αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης”, που επικαλέστηκε η Τουρκία, επικαλούμενη τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, δεν μπορούσε να νομιμοποιήσει την εισβολή και την κατοχή μέρους του κυπριακού εδάφους.
Το Πραξικόπημα Και Η Εισβολή : Δύο Διακριτά Εγκλήματα
Είναι κρίσιμο να διαχωριστούν ιστορικά και ηθικά τα δύο γεγονότα. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου της 15ης Ιουλίου ήταν ένα εγκληματικό, προδοτικό γεγονός, που οργανώθηκε από την Ελληνική δικτατορία. Ωστόσο, η τουρκική στρατιωτική εισβολή, οι μαζικές δολοφονίες αμάχων, οι βιασμοί, οι λεηλασίες και η επακόλουθη κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους δεν νομιμοποιούνται από καμία συνθήκη ή διεθνή νομιμότητα.
Η Τουρκία δεν εισέβαλε στην Κύπρο για να αποκαταστήσει τη δημοκρατία ή έναν συνταγματικό πρόεδρο. Εισέβαλε για να διαμελίσει το νησί και να επιβάλει τα δικά της στρατηγικά σχέδια διαμελισμού.
Η Στρατηγική Συνέπεια : Η Παράλυση Της Άμυνας
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου δημιούργησε το ιδανικό γεωστρατηγικό παράθυρο για την Τουρκία. Παρέλυσε τις άμυνες του νησιού, στρέφοντας τα όπλα της Εθνικής Φρουράς προς τα ενδότερα, αντί για τις ακτές από όπου αναμενόταν ο εχθρός. Η εσωτερική διαίρεση και η αποδυνάμωση του κράτους, που προκλήθηκαν από το πραξικόπημα, έκαναν την αντίσταση στην τουρκική εισβολή εξαιρετικά δύσκολη.
Η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε πλήρως αυτή την κατάσταση, προχωρώντας στην κατάληψη μεγάλου μέρους του νησιού.
Η Ευθύνη Του Σαμψών : Πιόνι Ή Συνένοχος;
Η ευθύνη του Νίκου Σαμψών για την εισβολή παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Οι ιστορικοί παρουσιάζουν διάφορες οπτικές. Ορισμένοι τον θεωρούν αποκλειστικά υπεύθυνο, υποστηρίζοντας ότι η αποδοχή της προεδρίας από έναν άνθρωπο με έντονο αντιτουρκικό παρελθόν αποτέλεσε το τέλειο πρόσχημα για τον Ετσεβίτ να πείσει τη διεθνή κοινότητα να “γυρίσει την πλάτη”.
Άλλοι ιστορικοί και αρχειονόμοι τονίζουν ότι η Τουρκία είχε έτοιμα σχέδια εισβολής από τη δεκαετία του 1950 και απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Αν δεν ήταν ο Σαμψών, ίσως η ευκαιρία να παρουσιαζόταν διαφορετικά. Ωστόσο, ο ρόλος του Σαμψών παραμένει τραγικά καταλυτικός.
Τυφλωμένος από την προσωπική και ιδεολογική του οργή, έγινε ένα “χρήσιμος ανόητος” στο ευρύτερο παιχνίδι ξένων δυνάμεων που επιδίωκαν την ανακατανομή της ισχύος στην ανατολική Μεσόγειο.
Η Κατοχή Και Η Μακροχρόνια Συνέπεια
Η τουρκική εισβολή του 1974 είχε καταστροφικές και μακροχρόνιες συνέπειες για την Κύπρο. Οδήγησε στην κατοχή του 37% του νησιού, στον εκτοπισμό άνω των 160. 000 Ελληνοκυπρίων, στην απώλεια χιλιάδων ζωών και στην αδιάκοπη προσπάθεια για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος.
Η διχοτόμηση του νησιού, η δημιουργία της ψευδο-κράτους “Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου” και η συνεχιζόμενη ένταση στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας αποτελούν άμεσες συνέπειες της εισβολής. Η πληγή της εισβολής παραμένει ανοιχτή, 50 χρόνια μετά, υπενθυμίζοντας τη θυσία και την προδοσία που βίωσε η Κύπρος.
Η Δίκη Του Σαμψών Και Η Υπόσχεση Της Λήθης
Μετά την αποκατάσταση της νόμιμης τάξης, ο Νίκος Σαμψών συνελήφθη από την Κυπριακή Δημοκρατία, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση για την ενεργό συμμετοχή του στην ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης. Ήταν ουσιαστικά ο μόνος υψηλόβαθμος αξιωματούχος που πλήρωσε με τόσο βαρύ τίμημα.
Το 1979 του χορηγήθηκε άδεια για να ταξιδέψει στη Γαλλία για λόγους υγείας, όπου παρέμεινε εξόριστος μέχρι το 1990. Επέστρεψε στην Κύπρο για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του και αμνηστεύτηκε το 1993. Μέχρι τον θάνατό του το 2001, παρέμεινε μια βαθιά διχαστική προσωπικότητα, ποτέ μην απολογήθηκε δημόσια, επιμένοντας μέχρι τέλους ότι έδρασε πατριωτικά για να αποτρέψει έναν εμφύλιο πόλεμο.
Μια δικαιολογία που η ιστορία απέρριψε, κρίνοντάς τον αυστηρά από τα τραγικά αποτελέσματα των πράξεών του.



