
“html
Η Δημιουργία Της Κυπριακής Δημοκρατίας Και Οι Συνταγματικές Αδιέξοδα
Η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 δεν αποτέλεσε την απλή επικύρωση ενός εθνικού αιτήματος για ένωση με την Ελλάδα, όπως προέκυπτε από τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Αντιθέτως, η γέννηση του νέου κράτους ήταν το αποτέλεσμα μιας σύνθετης, εύθραυστης και γεμάτης συμβιβασμούς διευθέτησης.
Οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, που έθεσαν τις βάσεις για την ανεξαρτησία, δημιούργησαν ένα κράτος με πρωτοφανή συνταγματικά αδιέξοδα, τα οποία σχεδόν αμέσως άρχισαν να υπονομεύουν τη λειτουργικότητά του.
Οι Συνταγματικές Αρχές Και Οι Καταστροφικές Συνέπειές Τους
Το σύνταγμα που θεσπίστηκε προέβλεπε μια άνευ προηγουμένου κατανομή εξουσιών και δικαιωμάτων, η οποία στην πράξη καθιστούσε τη διακυβέρνηση εξαιρετικά δύσκολη. Η τουρκοκυπριακή μειονότητα, που αποτελούσε περίπου το 18% του πληθυσμού, απέκτησε δυσανάλογα μεγάλη δύναμη, η οποία εκφράστηκε με πολλαπλούς τρόπους :
- Δικαίωμα Βέτο : Οι Τουρκοκύπριοι πολιτικοί είχαν το δικαίωμα αρνησικυρίας (veto) σε οποιαδήποτε νομοθετική ή εκτελεστική απόφαση, γεγονός που επέτρεπε την πρακτική παράλυση του κρατικού μηχανισμού.
- Δημόσια Διοίκηση : Προβλεπόταν ποσόστωση 30% για τους Τουρκοκύπριους στη δημόσια διοίκηση, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το ποσοστό του πληθυσμού τους.
- Στρατός : Αντίστοιχα, το ποσοστό παρουσίας τους στον στρατό ορίστηκε στο 40%, ενισχύοντας περαιτέρω την παρουσία τους σε καίριους τομείς.
Αυτές οι προβλέψεις, αντί να προάγουν την αρμονική συνύπαρξη, δημιούργησαν ένα πλαίσιο συνεχών αντιπαραθέσεων και δυσλειτουργίας. Η αδυναμία λήψης αποφάσεων και η συνεχής χρήση του δικαιώματος βέτο από την τουρκοκυπριακή πλευρά, συχνά υπό την καθοδήγηση της Άγκυρας, καθιστούσαν την Κυπριακή Δημοκρατία ένα μη λειτουργικό κράτος από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ύπαρξής του.
Η δυσλειτουργία αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτελούσε, σύμφωνα με τις αναλύσεις, ένα από τα δομικά στοιχεία του σχεδιασμού που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση του νησιού.
Η Συνθήκη Εγγύησης Και Το Άρθρο 4 : Μια “τερματική Βόμβα”
Παράλληλα με τη δημιουργία του κράτους, υπογράφηκε η περίφημη Συνθήκη Εγγύησης, η οποία ανέθετε σε τρεις δυνάμεις – τη Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία – την ευθύνη να εγγυώνται την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια του νέου κράτους.
Ωστόσο, η συνθήκη αυτή περιείχε ένα άρθρο, το Άρθρο 4, το οποίο αποδείχθηκε “τερματική βόμβα”, παρέχοντας το νομικό έρεισμα για μελλοντική επέμβαση.
Ανάλυση Του Άρθρου 4
Το Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγύησης προέβλεπε τα εξής :
- Υποχρέωση Διαβούλευσης : Σε περίπτωση παραβίασης των όρων της συνθήκης, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις υποχρεούνταν να διαβουλευτούν.
- Δικαίωμα Μονομερούς Δράσης : Εάν η κοινή δράση αποδεικνυόταν αδύνατη, κάθε μία από τις τρεις δυνάμεις διατηρούσε το δικαίωμα να αναλάβει δράση, με μοναδικό σκοπό την αποκατάσταση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τη συνθήκη.
Η διατύπωση “αποκατάσταση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τη συνθήκη” άφηνε ένα ευρύ πεδίο ερμηνείας. Για την Τουρκία, αυτό σήμαινε ότι είχε τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στρατιωτικά, επικαλούμενη την προστασία των Τουρκοκυπρίων ή την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, εάν θεωρούσε ότι αυτή διαταράσσεται.
Αυτή η πρόβλεψη, σε συνδυασμό με τα συνταγματικά αδιέξοδα, δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα που έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του νησιού.
Η Πρόταση Μακαρίου Και Η Έκρηξη Της Βίας
Η δυσλειτουργία του κράτους έγινε εμφανής τον Νοέμβριο του 1963, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρότεινε 13 σημεία για την αναθεώρηση του συντάγματος. Η πρόταση αυτή, η οποία αποσκοπούσε στην άρση των συνταγματικών αδιεξόδων και στην εύρυθμη λειτουργία του κράτους, προκάλεσε άμεση και σφοδρή αντίδραση από την Άγκυρα και την τουρκοκυπριακή ηγεσία.
Η αντίδραση αυτή εκδηλώθηκε με την έναρξη των αιματηρών διακοινοτικών ταραχών, γνωστών ως “Ματωμένα Χριστούγεννα” του 1963. Οι ταραχές αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την απόσυρση των Τουρκοκυπρίων από τις κυβερνητικές δομές και τον αυτοεγκλεισμό τους σε θύλακες, ενώ παράλληλα σηματοδότησαν την έναρξη μιας περιόδου έντασης και βίας που θα διαρκούσε δεκαετίες.
Συνέπειες Των Ταραχών
Οι συνέπειες των ταραχών του 1963 ήταν βαθιές και πολυεπίπεδες :
- Πολιτική Διάσπαση : Οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από την κυβέρνηση και τις κρατικές υπηρεσίες, δημιουργώντας de facto διαχωρισμό.
- Θύλακες : Ο αυτοεγκλεισμός σε θύλακες οδήγησε σε γεωγραφικό διαχωρισμό και οικονομικό αποκλεισμό.
- Αντιλήψεις : Για τους Ελληνοκύπριους, η αποχώρηση θεωρήθηκε ως ανταρσία υπό την καθοδήγηση της Τουρκίας. Για τους Τουρκοκύπριους, η απομόνωση συνοδεύτηκε από φόβο, δολοφονίες αμάχων και οικονομική εξαθλίωση.
- Προώθηση της Διχοτόμησης : Η τουρκοκυπριακή παραστρατιωτική οργάνωση T.F. (Türk Mukavemet Teşkilatı – Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης) προώθησε συστηματικά την πολιτική του διαχωρισμού, ενισχύοντας την ιδέα της διχοτόμησης ως λύσης.
Η κατάσταση αυτή, που προκλήθηκε από τα συνταγματικά αδιέξοδα και την ερμηνεία της Συνθήκης Εγγύησης, δημιούργησε το υπόβαθρο για περαιτέρω κλιμάκωση, θέτοντας τις βάσεις για τις τραγικές εξελίξεις του 1974.
` `html
Η Συνθήκη Εγγύησης Και Το Άρθρο 4 : Μια “τερματική Βόμβα”
Η Συνθήκη Εγγύησης, υπογεγραμμένη το 1960 ως αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας για την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτέλεσε έναν θεμελιώδη πυλώνα της αρχιτεκτονικής ασφάλειας του νεοσύστατου κράτους. Σύμφωνα με τη συνθήκη, η Ελλάδα, η Τουρκία και η Μεγάλη Βρετανία ανέλαβαν τον ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων, με την ευθύνη να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ωστόσο, η ουσιαστική και καθοριστική διάταξη, που αποδείχθηκε “τερματική βόμβα” για την πορεία του νησιού, ήταν το Άρθρο 4.
Ανατομία Του Άρθρου 4
Το Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγύησης προέβλεπε μια διαδικασία για την αντιμετώπιση παραβιάσεων της συνθήκης, η οποία, αν και φαινομενικά σχεδιασμένη για την αποτροπή συγκρούσεων, στην πραγματικότητα άνοιξε τον δρόμο για μονομερείς στρατιωτικές επεμβάσεις. Οι βασικές προβλέψεις του ήταν οι εξής :
- Υποχρέωση Διαβούλευσης : Σε περίπτωση που κρινόταν ότι διαπράττεται παραβίαση των όρων της συνθήκης, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις είχαν την υποχρέωση να προβούν σε διαβουλεύσεις. Αυτό το στάδιο αποσκοπούσε στην εξεύρεση κοινής θέσης και δράσης.
- Δικαίωμα Μονομερούς Δράσης : Το κρίσιμο σημείο ήταν η διάταξη που όριζε ότι, εάν η κοινή δράση αποδεικνυόταν αδύνατη ή ανέφικτη, τότε κάθε μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις διατηρούσε το δικαίωμα να αναλάβει δράση. Ο σκοπός αυτής της δράσης περιοριζόταν ρητά στην “αποκατάσταση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τη συνθήκη”.
Η αοριστία της φράσης “αποκατάσταση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τη συνθήκη” υπήρξε το κλειδί της προβληματικής ερμηνείας της. Για την Τουρκία, αυτό σήμαινε ότι είχε το δικαίωμα να ερμηνεύσει κατά το δοκούν ποιες καταστάσεις συνιστούσαν παραβίαση της συνθήκης και, το κυριότερο, ποιες δράσεις ήταν απαραίτητες για την “αποκατάσταση”.
Αυτό δημιούργησε ένα νομικό παράθυρο για στρατιωτική επέμβαση, χωρίς την ανάγκη συμφωνίας των άλλων εγγυητριών δυνάμεων, εάν αυτές αρνούνταν να συνεργαστούν ή καθυστερούσαν.
Η Πρακτική Εφαρμογή Και Οι Προσπάθειες Διχοτόμησης
Οι συνταγματικές αδιέξοδες, όπως αναφέρθηκαν προηγουμένως, και η δυσλειτουργία του κράτους που προέκυψε από αυτές, αποτέλεσαν την αφορμή για την Τουρκία να επικαλεστεί το Άρθρο 4. Η πρόταση του Προέδρου Μακαρίου για αναθεώρηση του συντάγματος τον Νοέμβριο του 1963, η οποία αποσκοπούσε στην άρση των δυσλειτουργιών, ερμηνεύτηκε από την Άγκυρα και την τουρκοκυπριακή ηγεσία ως απόπειρα κατάργησης των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας και, κατ’ επέκταση, ως παραβίαση της συνθήκης.
Αυτή η ερμηνεία οδήγησε στην έναρξη των διακοινοτικών ταραχών και στην απόσυρση των Τουρκοκυπρίων από τις κρατικές δομές, δημιουργώντας την κατάσταση που η Τουρκία αργότερα θα χρησιμοποιούσε ως δικαιολογία για την επέμβασή της.
Η Επέμβαση Του 1964 Και Η Επιστολή Τζόνσον
Η ένταση κλιμακώθηκε γρήγορα. Ήδη από το 1964, ο τότε Τούρκος Πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού προετοίμαζε σχέδια για απόβαση στην Κύπρο. Ωστόσο, την τελευταία στιγμή, ο Αμερικανός Πρόεδρος Λίντον Τζόνσον απέστειλε την περίφημη “Επιστολή Τζόνσον” προς την Τουρκία, απειλώντας ότι σε περίπτωση εισβολής, το ΝΑΤΟ δεν θα την προστάτευε από την Σοβιετική Ένωση.
Αυτή η αμερικανική παρέμβαση απέτρεψε την άμεση εισβολή, αλλά δεν ακύρωσε τα τουρκικά σχέδια. Η εισβολή αναβλήθηκε, αλλά η απειλή παρέμεινε ενεργή, υπογραμμίζοντας την ισχύ της αμερικανικής διπλωματίας αλλά και την αποφασιστικότητα της Τουρκίας να επιδιώξει τους στόχους της.
Η Ελληνική Χούντα Και Η Αποδυνάμωση Της Άμυνας
Η άνοδος της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αθήνα το 1967 επέφερε σημαντικές αλλαγές στην πολιτική και στρατιωτική κατάσταση. Μετά τα γεγονότα του Κοφίνου την ίδια χρονιά, η Χούντα, υπό την πίεση των τουρκικών απειλών, εξαναγκάστηκε να αποσύρει την ελληνική μεραρχία που είχε σταλεί μυστικά στην Κύπρο το 1964 από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου.
Αυτή η αποδυνάμωση της στρατιωτικής παρουσίας της Ελλάδας άφησε την Κύπρο “στρατιωτικά γυμνή”, αυξάνοντας την ευαλωτότητά της απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Επιπλέον, η αλλαγή καθεστώτος στην Αθήνα, και ιδιαίτερα η άνοδος του Δημητρίου Ιωαννίδη στην εξουσία το 1973, ο οποίος χαρακτηριζόταν από “παράφορο μίσος” προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, δημιούργησε ένα νέο, επικίνδυνο παράγοντα στην ήδη τεταμένη κατάσταση.
Ο Ρόλος Του Ιωαννίδη Και Η Σχέση Με Τον Μακάριο
Ο Μακάριος, εν τω μεταξύ, είχε αντιληφθεί ότι η ένωση με την Ελλάδα ήταν πλέον ανέφικτη χωρίς τη διχοτόμηση, και για αυτόν τον λόγο επιδίωκε μια εξωτερική πολιτική μη ευθυγράμμισης, διατηρώντας σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση και το Κίνημα των Αδεσμεύτων.
Αυτή η στάση του ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική της Χούντας και των Αμερικανών, οι οποίοι θεωρούσαν τη Μεσόγειο ως προπύργιο έναντι της Σοβιετικής επιρροής. Η ίδρυση της ΕΟΚΑ Β’ από τον Γεώργιο Γρίβα, που στόχευε στην ένωση, και ο άγριος εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε, έδωσαν στην Χούντα το πρόσχημα να δράσει.
Η ιστορική επιστολή του Μακαρίου προς τη Χούντα στις 2 Ιουλίου 1974, στην οποία κατηγορούσε την Αθήνα για χρηματοδότηση της ΕΟΚ Β’ και ζητούσε την άμεση απομάκρυνση Ελλήνων αξιωματικών από την Εθνική Φρουρά, αποτέλεσε την άμεση αφορμή για την αντίδραση του Ιωαννίδη.
Η Συνθήκη Εγγύησης Ως Εργαλείο Επέμβασης
Η Τουρκία, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις, είδε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, το οποίο υποκινήθηκε από την ελληνική Χούντα με στόχο την ανατροπή του Μακαρίου, την ιδανική ευκαιρία για να υλοποιήσει τα μακροχρόνια σχέδιά της. Η Συνθήκη Εγγύησης, και ιδίως το Άρθρο 4, παρείχε το νομικό και πολιτικό έρεισμα για την επέμβαση.
Η Τουρκία, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας της τουρκοκυπριακής κοινότητας και την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, προχώρησε στην εισβολή, παρά τις προσπάθειες της Μεγάλης Βρετανίας να διατηρήσει την ειρήνη και την αμερικανική σιωπηρή ανοχή, η οποία, όπως αποκαλύπτεται από αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, έδωσε “πράσινο φως” στην Τουρκία να διεκδικήσει “ένα κομμάτι της Κύπρου”.
Η “τερματική βόμβα” του Άρθρου 4 είχε εκραγεί, οδηγώντας στην τραγική μοίρα της Κύπρου.
## Η Κρίση του 1963-1964 : Διακοινοτικές Ταραχές και η Επέμβαση του Λάνσον
Η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, αντί να σηματοδοτήσει την αρχή μιας περιόδου σταθερότητας, αποτέλεσε την έναρξη μιας μακράς και περίπλοκης κρίσης που θα οδηγούσε τελικά στην τραγωδία του 1974. Οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση του νέου κράτους, δημιούργησαν ένα πολιτειακό μοντέλο με εγγενείς συνταγματικές αγκυλώσεις. Η αναγνώριση δικαιωμάτων αρνησικυρίας στην τουρκοκυπριακή μειονότητα, η οποία αποτελούσε το 18% του πληθυσμού, η επιβολή ποσοστών 30% στην δημόσια διοίκηση και 40% στον στρατό, καθώς και η Συνθήκη Εγγυήσεως, δημιούργησαν ένα εύθραυστο οικοδόμημα. Η Συνθήκη Εγγυήσεως, ειδικότερα, με το Άρθρο 4, προέβλεπε ότι σε περίπτωση παραβίασης των όρων, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (Βρετανία, Ελλάδα, Τουρκία) υποχρεούνταν σε διαβουλεύσεις. Αν η κοινή δράση αποδεικνυόταν αδύνατη, κάθε δύναμη διατηρούσε το δικαίωμα να προβεί σε μονομερή ενέργεια με αποκλειστικό σκοπό την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Αυτή η διάταξη, που αρχικά θεωρήθηκε ως μέτρο ασφαλείας, αποδείχθηκε τελικά μια "ορολογική βόμβα" που θα πυροδοτούσε μελλοντικές επεμβάσεις.
Η δυσλειτουργία του συστήματος έγινε εμφανής πολύ σύντομα. Τον Νοέμβριο του 1963, ο Πρόεδρος Μακάριος υπέβαλε ένα πακέτο 13 προτάσεων για συνταγματικές τροποποιήσεις, θεωρώντας ότι το υφιστάμενο πολίτευμα καθιστούσε την αποτελεσματική διακυβέρνηση αδύνατη. Η αντίδραση της Άγκυρας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας ήταν άμεση και σφοδρή. Αυτό οδήγησε στην έκρηξη των αιματηρών διακοινοτικών ταραχών, γνωστών ως "Ματωμένα Χριστούγεννα" του 1963. Ως αποτέλεσμα, οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από την κυβέρνηση και αυτοαπομονώθηκαν σε θύλακες, ενώ η ελληνική πλευρά θεώρησε αυτή την κίνηση ως μια τουρκική υποκινούμενη εξέγερση. Από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων, η απομόνωση στους θυλάκους συνοδεύτηκε από φόβο, δολοφονίες αμάχων και οικονομικό αποκλεισμό. Η τουρκοκυπριακή παραστρατιωτική οργάνωση T.F.A.D. (Türk Federe Vatanseverler Cephesi) ανέλαβε δράση, προωθώντας συστηματικά την πολιτική της διχοτόμησης με στόχο τον διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από έντονη βία και αμοιβαία δυσπιστία, θέτοντας τις βάσεις για περαιτέρω κλιμάκωση.
### Η Πρόθεση Εισβολής του 1964 και η Επέμβαση του Λάνσον
Η ένταση που ακολούθησε τις ταραχές του 1963-1964 δεν άργησε να οδηγήσει σε σοβαρές διεθνείς παρεμβάσεις. Ήδη από το 1964, ο τότε Τούρκος Πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού προετοίμαζε μια στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο. Η πρόθεση αυτή, ωστόσο, αναχαιτίστηκε την τελευταία στιγμή από μια απρόσμενη παρέμβαση. Ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Λίντον Τζόνσον απέστειλε μια διαβόητη επιστολή στον Ινονού, στην οποία προειδοποιούσε την Τουρκία ότι σε περίπτωση εισβολής, το ΝΑΤΟ δεν θα την προστάτευε έναντι της Σοβιετικής Ένωσης. Η απειλή αυτή, σε συνδυασμό με την ευρύτερη γεωπολιτική κατάσταση του Ψυχρού Πολέμου, ανάγκασε την Τουρκία να αναστείλει τα σχέδιά της για εισβολή. Ωστόσο, η εισβολή δεν ακυρώθηκε, αλλά απλώς αναβλήθηκε για το μέλλον. Η επιστολή του Τζόνσον, αν και απέτρεψε την άμεση στρατιωτική επέμβαση, υπογράμμισε την πολυπλοκότητα της κατάστασης και τη δυσκολία επίλυσης της κρίσης μέσω διπλωματικών οδών. Η απόφαση της Τουρκίας να μην προχωρήσει στην εισβολή, παρά τις προετοιμασίες, υποδηλώνει ότι η στρατιωτική επιλογή ήταν πάντα στο τραπέζι, αναμένοντας την κατάλληλη συγκυρία.
Η κατάσταση στην Κύπρο παρέμενε εξαιρετικά ρευστή. Η παρουσία της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών (UNFICYP), η οποία εγκαταστάθηκε το 1964, αν και στόχευε στη διατήρηση της ειρήνης, δεν κατάφερε να αποτρέψει την περαιτέρω όξυνση των διακοινοτικών σχέσεων. Οι "γκρίζες ζώνες" που δημιουργήθηκαν, οι συγκρούσεις και οι παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός, διατήρησαν την Κύπρο σε κατάσταση διαρκούς έντασης. Η διχοτομική πολιτική που προωθούνταν από ακραία στοιχεία και στις δύο κοινότητες, με τη στήριξη εξωτερικών δυνάμεων, καθιστούσε όλο και πιο δύσκολη την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης. Η κρίση του 1963-1964, λοιπόν, δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ένα κρίσιμο στάδιο στην πορεία προς την τελική εισβολή, αποκαλύπτοντας τις βαθιές ρήξεις που υπήρχαν στην κυπριακή κοινωνία και τις εγγενείς αδυναμίες του πολιτειακού μοντέλου που είχε θεσπιστεί.
## Η Ελληνική Στρατιωτική Δικτατορία και η Αποδυνάμωση της Κύπρου
Η εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 αποτέλεσε ένα καθοριστικό γεγονός που επηρέασε βαθύτατα την πορεία της Κύπρου. Η Χούντα των Συνταγματαρχών, έχοντας ως ηγέτη τον Γεώργιο Παπαδόπουλο αρχικά, και αργότερα τον Δημήτριο Ιωαννίδη, ανέτρεψε τις δημοκρατικές διαδικασίες στην Ελλάδα και άσκησε μια πολιτική που αποδυνάμωσε συστηματικά την Κυπριακή Δημοκρατία. Η δικτατορία στην Αθήνα, αντί να στηρίξει την κυριαρχία και την ακεραιότητα της Κύπρου, λειτούργησε ως παράγοντας αποσταθεροποίησης, εξυπηρετώντας τα δικά της ατζέντα και τις επιταγές των συμμάχων της, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ένα από τα πρώτα και πιο καίρια πλήγματα που δέχτηκε η Κύπρος από τη Χούντα ήταν η αναγκαστική αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας. Το 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου, τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας, είχε αποστείλει μυστικά την 11η Μεραρχία στην Κύπρο ως αντίβαρο στην τουρκική απειλή. Ωστόσο, το 1967, μετά τα γεγονότα της Κοφίνου και υπό την πίεση της τουρκικής πλευράς, η Χούντα στην Αθήνα εξαναγκάστηκε να αποσύρει την Ελληνική Μεραρχία. Αυτή η αποχώρηση άφησε την Κύπρο στρατιωτικά εκτεθειμένη, μειώνοντας σημαντικά τις δυνατότητες άμυνάς της έναντι οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής. Η απόφαση αυτή, που λήφθηκε υπό την απειλή της Τουρκίας, υπονόμευσε την κυριαρχία της Κύπρου και έστειλε ένα σαφές μήνυμα στην Άγκυρα ότι η Ελλάδα, υπό τη Χούντα, δεν θα αποτελούσε πλέον ισχυρό εμπόδιο στα σχέδιά της.
### Η Άνοδος του Ιωαννίδη και η Εχθρότητα προς τον Μακάριο
Η κατάσταση στην Αθήνα έγινε ακόμα πιο δραματική το 1973, όταν την εξουσία ανέλαβε ο "αόρατος δικτάτορας" Ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης. Ο Ιωαννίδης χαρακτηριζόταν από ένα "παράλογο μίσος" προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον νόμιμο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Μακάριος, έχοντας κατανοήσει ότι η ένωση με την Ελλάδα ήταν πλέον αδύνατη χωρίς την προηγούμενη λύση του Κυπριακού ζητήματος, είχε υιοθετήσει μια πολιτική μη ευθυγράμμισης, διατηρώντας καλές σχέσεις τόσο με τη Σοβιετική Ένωση όσο και με το Κίνημα των Αδεσμεύτων. Αυτή η ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, σε συνδυασμό με την αντίθεσή του στις επιδιώξεις της Χούντας, τον καθιστούσε στόχο. Για τη Χούντα και τους Αμερικανούς συμμάχους τους, η Κύπρος θεωρούνταν σημαντική για τον έλεγχο της Μεσογείου, και ο Μακάριος, με την πολιτική του, θεωρούνταν εμπόδιο.
Στην Κύπρο, παράλληλα, η κατάσταση ήταν τεταμένη. Η οργάνωση ΕΟΚΑ Β', υπό την καθοδήγηση του Γεώργιου Γρίβα αρχικά και αργότερα υπό την επίδραση της Χούντας, βρισκόταν σε σύγκρουση με το κράτος, οδηγώντας σε έναν ανελέητο εμφύλιο πόλεμο. Η Χούντα στην Αθήνα, εκμεταλλευόμενη αυτή την εσωτερική αναταραχή, επιδίωκε την αποδυνάμωση του Μακαρίου και την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος ελεγχόμενου από την ίδια. Η στρατιωτική αδυναμία της Κύπρου, η οποία επιδεινώθηκε από την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας και την εσωτερική αναταραχή, δημιούργησε ένα πρόσφορο έδαφος για την τουρκική παρέμβαση, η οποία, όπως θα αποδειχθεί, είχε ήδη σχεδιαστεί.
## Το Πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και η Εξέγερση κατά του Μακαρίου
Η τελική φάση της κλιμάκωσης προς την τουρκική εισβολή ξεκίνησε με ένα αιματηρό πραξικόπημα, σχεδιασμένο και εκτελεσμένο από την ελληνική στρατιωτική δικτατορία. Στις 2 Ιουλίου 1974, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, έχοντας αντιληφθεί τις εντεινόμενες προσπάθειες της Χούντας να τον ανατρέψει, απέστειλε μια ιστορική επιστολή στην Αθήνα. Στην επιστολή αυτή, κατηγόρησε ευθέως τη Χούντα για χρηματοδότηση της ΕΟΚΑ Β' και απαιτούσε την άμεση απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά της Κύπρου. Η αντίδραση του Δημήτριου Ιωαννίδη, του "αόρατου δικτάτορα" της Αθήνας, ήταν άμεση και βίαιη. Δεκατρείς ημέρες αργότερα, τη Δευτέρα 15 Ιουλίου 1974, στις 8 : 04 το πρωί, η Εθνική Φρουρά και μονάδες των Ειδικών Δυνάμεων, υπό τις διαταγές Ελλήνων αξιωματικών της Χούντας, επιτέθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία με σκοπό τη φυσική εξόντωση του Μακαρίου.
Ωστόσο, ο Μακάριος κατάφερε να διαφύγει την τελευταία στιγμή. Με τη βοήθεια πιστών του οπαδών, έφτασε στην Πάφο και, χρησιμοποιώντας ερασιτεχνικό ραδιοφωνικό σταθμό, απευθύνθηκε στον κυπριακό λαό, διαψεύδοντας τις φήμες για τον θάνατό του και καλώντας σε αντίσταση κατά του πραξικοπήματος. Παρά τη διαφυγή του, η Χούντα επέβαλε την εξουσία της, εγκαθιστώντας στη θέση του Προέδρου τον Νίκο Σαμψών, έναν ακραίο εθνικιστή, γνωστό για τις προηγούμενες ενέργειές του εναντίον των Τουρκοκυπρίων. Η τοποθέτηση του Σαμψών στην προεδρία θεωρήθηκε από την τουρκική διπλωματία ως ένα "απροσδόκητο δώρο". Η αμερικανική CIA και η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών MI6 γνώριζαν για τα σχέδια του Ιωαννίδη εβδομάδες πριν, ενώ οι βρετανικές βάσεις στο νησί παρακολουθούσαν τις κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων. Ο Βρετανός Πρωθυπουργός Χάρολντ Γουίλσον ενημερώθηκε αμέσως, και οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις τέθηκαν σε συναγερμό εντός λίγων ωρών.
### Το Πραξικόπημα ως Προκάλυμμα για την Τουρκική Εισβολή
Η κρίσιμη ερώτηση που τίθεται είναι αν η τουρκική εισβολή ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση για την προστασία των Τουρκοκυπρίων, ή ένα προμελετημένο σχέδιο που απλώς εκμεταλλεύτηκε το πραξικόπημα ως ευκαιρία. Τα ιστορικά στοιχεία υποδεικνύουν έντονα το δεύτερο σενάριο. Το τουρκικό επιτελείο είχε εκπονήσει το επιχειρησιακό σχέδιο για την κατάκτηση της Κύπρου, με την κωδική ονομασία "Αττίλας" ή "Σχέδιο Γεράκι", από το 1964. Το σχέδιο αυτό ενημερωνόταν συνεχώς και προέβλεπε λεπτομερώς την οργάνωση μιας αμφίβιας εισβολής. Μια τέτοια επιχείρηση δεν μπορεί να οργανωθεί σε τέσσερις ημέρες, αλλά απαιτεί μήνες προετοιμασίας. Η Τουρκία είχε ήδη κατασκευάσει και συγκεντρώσει δεκάδες αποβατικά σκάφη στο λιμάνι της Μερσίνας από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Επιπλέον, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1974, ο τουρκικός στρατός πραγματοποίησε μεγάλες ασκήσεις απόβασης στην ακτή της Μερσίνας, προσομοιώνοντας την κατάληψη μιας ακτής με οροσειρά στο βάθος, μια ακριβή προσομοίωση της Κερύνειας και του Πενταδακτύλου.
Η Τουρκία δεν σχεδίασε την εισβολή μεταξύ 15 και 20 Ιουλίου. Είχε το "όπλο φορτωμένο, οπλισμένο και σημαδεμένο" προς την Κύπρο για χρόνια. Το "ερασιτεχνικό προδοτικό πραξικόπημα" απλώς "πάτησε τη σκανδάλη". Στις 17 Ιουλίου, ο Τούρκος Πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ συναντήθηκε στο Λονδίνο με τον Βρετανό Πρωθυπουργό Χάρολντ Γουίλσον και ζήτησε από τη Βρετανία να προβεί σε κοινή στρατιωτική επέμβαση, βασιζόμενη στο Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως. Η Βρετανία αρνήθηκε κατηγορηματικά, φοβούμενη την εμπλοκή σε πόλεμο και την τύχη των στρατηγικών της βάσεων στο νησί. Τότε, ο κύριος παίκτης έγινε ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ. Αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα αποκαλύπτουν μια κοινή πολιτική ρεαλισμού. Για την Ουάσινγκτον, εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία ήταν ένας πολύ πιο σημαντικός σύμμαχος στο ΝΑΤΟ από την απομονωμένη και ασταθή Αθήνα. Σε μια μυστική συνάντηση, ο Κίσινγκερ φέρεται να δήλωσε στους συνεργάτες του ότι δεν υπήρχε κανένας αμερικανικός λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι "δεν θα έπρεπε να πάρουν ένα κομμάτι της Κύπρου". Ο Κίσινγκερ δεν έδωσε την άδεια για την εισβολή, αλλά έδωσε το "πράσινο φως" μέσω της σιωπής του, αρνούμενος να ασκήσει την "νεανική" διπλωματική πίεση που είχε ασκήσει ο Τζόνσον το 1964. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, λοιπόν, δεν ήταν η αιτία της εισβολής, αλλά η τέλεια δικαιολογία που η Τουρκία περίμενε για να υλοποιήσει ένα μακροχρόνιο στρατηγικό σχέδιο.
Η Τουρκική Εισβολή : Σχέδιο “αττίλας” Ή Προκάλυμμα;
Η αφήγηση που διδαχθήκαμε για δεκαετίες στα σχολικά βιβλία συμπυκνώνεται σε μια απλή, σχεδόν γραμμική πρόταση : Στις 15 Ιουλίου 1974, η Ελληνική Χούντα πραγματοποίησε πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Ωστόσο, η εξέταση των αποχαρακτηρισμένων διπλωματικών αρχείων της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου, η μελέτη των στρατιωτικών ημερολογίων των τουρκικών ταξιαρχιών στη Μερσίνα, και τα μυστικά πρακτικά των συνεδριάσεων του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, αλλάζουν δραματικά την εικόνα. Τότε ανακύπτει το μεγάλο, εφιαλτικό ερώτημα : Η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο επειδή συνέβη το πραξικόπημα, ή το πραξικόπημα στην Αθήνα ήταν απλώς η χρυσή ευκαιρία, το τέλειο πρόσχημα για μια στρατιωτική επιχείρηση που η Άγκυρα σχεδίαζε, εκπαίδευε και ανέμενε για μια δεκαετία;
Ο Σχεδιασμός Της Επιχείρησης “αττίλας”
Για να κατανοήσουμε το 1974, πρέπει να επιστρέψουμε στο 1960. Η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ήταν αποτέλεσμα εθνικής δικαίωσης του αγώνα της ΕΟΚΑ για ένωση με την Ελλάδα, αλλά ένας σύνθετος, ασταθής συμβιβασμός. Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου δημιούργησαν ένα κράτος με πρωτοφανείς συνταγματικούς αδιεξόδους. Η 18% τουρκοκυπριακή μειονότητα απέκτησε δικαιώματα αρνησικυρίας (veto rights), 30% παρουσία στη δημόσια διοίκηση και 40% στον στρατό. Την ίδια στιγμή, υπογράφηκε η περίφημη Συνθήκη Εγγυήσεων. Τρεις δυνάμεις – Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία – ανέλαβαν να εγγυηθούν την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια του νέου κράτους. Το Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων περιείχε μια τερματολογική βόμβα : Σε περίπτωση παραβίασης των όρων, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις υποχρεούνταν να διαβουλευτούν. Εάν η κοινή δράση αποδεικνυόταν αδύνατη, καθεμία από τις τρεις διατηρούσε το δικαίωμα να αναλάβει δράση με μοναδικό σκοπό την αποκατάσταση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τη συνθήκη.
Το οικοδόμημα κατέρρευσε σε μόλις 3 χρόνια. Τον Νοέμβριο του 1963, ο Πρόεδρος Μακάριος πρότεινε τα 13 σημεία για αναθεώρηση του συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι το κράτος ήταν δυσλειτουργικό. Η αντίδραση της Άγκυρας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας υπήρξε ακαριαία. Ξέσπασαν τα αιματηρά διακοινοτικά επεισόδια των “Μαύρων Χριστουγέννων” του 1963.
Οι Τουρκοκύπριοι αποσύρθηκαν από την κυβέρνηση και απομονώθηκαν σε θύλακες. Για τους Ελληνοκύπριους, αυτό θεωρήθηκε ανταρσία καθοδηγούμενη από την Τουρκία. Από την τουρκοκυπριακή πλευρά, η απομόνωση στους θύλακες συνοδεύτηκε από φόβο, δολοφονίες αμάχων και οικονομικό αποκλεισμό. Η τουρκοκυπριακή παραστρατιωτική οργάνωση T.
F. N. T. L. T. (Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης) δρούσε συστηματικά για τον διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, προωθώντας την πολιτική της διχοτόμησης.
Η Προετοιμασία Και Η Αναμονή
Ήδη από το 1964, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού προετοίμαζε απόβαση στην Κύπρο. Τότε, την τελευταία στιγμή, ο Αμερικανός Πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε την περίφημη επιστολή Τζόνσον, απειλώντας την Τουρκία ότι αν εισέβαλε, το ΝΑΤΟ δεν θα την προστάτευε από τη Σοβιετική Ένωση.
Η εισβολή αναβλήθηκε, αλλά όχι ακυρώθηκε. Απλώς αναβλήθηκε για το μέλλον. Στην Αθήνα, το 1967, επιβλήθηκε στρατιωτική δικτατορία. Μετά τα γεγονότα της Κοφίνου την ίδια χρονιά, η Χούντα αναγκάστηκε, υπό τουρκικές απειλές, να αποσύρει την ελληνική μεραρχία που είχε σταλθεί μυστικά από τον Γεώργιο Παπανδρέου το 1964.
Η Κύπρος έμεινε στρατιωτικά γυμνή.
Από το 1973, την εξουσία στην Αθήνα είχε αναλάβει ο “αόρατος δικτάτορας” Ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, ο οποίος ήταν προφανώς στοιχειωμένος από ένα παράλογο μίσος κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ο Μακάριος είχε καταλάβει ότι η ένωση ήταν πλέον αδύνατη χωρίς τη διχοτόμηση και επιδίωκε μια πολιτική μη ευθυγράμμισης, διατηρώντας σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση και το Κίνημα των Αδεσμεύτων.
Για τη Χούντα και τους Αμερικανούς, ο Μακάριος θεωρούσε τη Μεσόγειο ως προπύργιο. Στην Κύπρο, η ΕΟΚΑ B (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών Β) ιδρύθηκε από τον Γεώργιο Γρίβα και άρχισε ένας ανελέητος εμφύλιος πόλεμος. Στις 2 Ιουλίου 1974, ο Μακάριος έστειλε την ιστορική επιστολή στη Χούντα, κατηγορώντας την άμεσα για χρηματοδότηση της ΕΟΚΑ Β και απαιτώντας την άμεση απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς.
Το Πραξικόπημα Και Η Τουρκική Αντίδραση
Η απάντηση του Ιωαννίδη ήρθε 13 ημέρες αργότερα. Δευτέρα, 15 Ιουλίου 1974, 8 : 04 το πρωί. Μονάδες της Εθνικής Φρουράς και κομάντος υπό τις διαταγές Ελλήνων αξιωματικών της Χούντας επιτέθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία με σκοπό τη φυσική εξόντωση του Μακαρίου. Ωστόσο, ο Μακάριος διέφυγε την τελευταία στιγμή στην Πάφο και απηύθυνε λόγους στον λαό μέσω ερασιτεχνικού ραδιοφωνικού σταθμού, διαψεύδοντας τις μεταδόσεις ότι ήταν νεκρός. Στη θέση του προέδρου, η Χούντα τοποθέτησε τον Νίκο Σαμψών, έναν ακραίο εθνικιστή γνωστό για τις δράσεις του κατά των Τουρκοκυπρίων. Για την τουρκική διπλωματία, ο ορισμός του Σαμψών υπήρξε ένα απροσδόκητο δώρο. Η Ουάσιγκτον και η CIA γνώριζαν τα σχέδια του Ιωαννίδη εβδομάδες νωρίτερα, ενώ το Λονδίνο παρακολουθούσε τις κινήσεις των στρατευμάτων μέσω των βρετανικών βάσεων. Ο Πρωθυπουργός Μπουγιουβίτ ενημερώθηκε αμέσως και οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις τέθηκαν σε συναγερμό μέσα σε λίγες ώρες. Αλλά ήταν η εισβολή μια αυθόρμητη αντίδραση για την προστασία των Τουρκοκυπρίων ή ένα προμελετημένο σχέδιο;
Τα ιστορικά στοιχεία είναι αδιαμφισβήτητα. Το τουρκικό επιτελείο είχε εκπονήσει το επιχειρησιακό σχέδιο για την κατάκτηση της Κύπρου με την κωδική ονομασία “Αττίλας” ή “Γεράκι” από το 1964, το οποίο ανανέωνε συνεχώς. Μια αμφίβια απόβαση δεν οργανώνεται σε τέσσερις ημέρες.
Απαιτεί μήνες εφοδιαστικής προετοιμασίας. Η Τουρκία είχε κατασκευάσει και συναρμολογήσει δεκάδες αποβατικά σκάφη στη Μερσίνα από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Επιπλέον, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1974, ο τουρκικός στρατός διεξήγαγε μεγάλες ασκήσεις απόβασης στην ακτή της Μερσίνας, προσομοιώνοντας την κατάληψη μιας ακτής με οροσειρά στο βάθος.
Ακριβής προσομοίωση της Κερύνειας και του Πενταδακτύλου. Η Τουρκία δεν σχεδίασε την εισβολή μεταξύ 15 και 20 Ιουλίου. Είχε το όπλο φορτωμένο, οπλισμένο και σημαδεμένο προς την Κύπρο για χρόνια. Το ερασιτεχνικό, προδοτικό πραξικόπημα απλώς πάτησε τη σκανδάλη.
Στις 17 Ιουλίου, ο Μπουγιουβίτ στο Λονδίνο συναντήθηκε με τον Βρετανό Πρωθυπουργό Χάρολντ Ουίλσον και ζήτησε από τη Βρετανία να διεξαγάγει κοινή στρατιωτική επέμβαση βάσει του Άρθρου 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων. Η Βρετανία αρνήθηκε κατηγορηματικά, φοβούμενη την εμπλοκή σε πόλεμο και το μέλλον των στρατηγικών της βάσεων στο νησί.
Τότε, ο κύριος παίκτης έγινε ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ. Αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα αποκαλύπτουν μια κοινή πολιτική ρεαλισμού. Για την Ουάσιγκτον, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία ήταν ένας πολύ πιο σημαντικός σύμμαχος στο ΝΑΤΟ από την απομονωμένη, ασταθή Αθήνα.
Σε μια μυστική συνάντηση, ο Κίσινγκερ δήλωσε στους συνεργάτες του ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για τις ΗΠΑ να εμποδίσουν τους Τούρκους να πάρουν ένα κομμάτι της Κύπρου. Ο Κίσινγκερ δεν έδωσε την εντολή για την εισβολή, αλλά έδωσε το πράσινο φως μέσω της σιωπής του, αρνούμενος να ασκήσει την πιεστική διπλωματική πίεση που είχε ασκήσει ο Τζόνσον το 1964.
| Σημαντικά Γεγονότα | Ημερομηνία | Σημασία |
|---|---|---|
| Πρόταση 13 σημείων Μακαρίου | Νοέμβριος 1963 | Αρχή της συνταγματικής κρίσης |
| “Μαύρα Χριστούγεννα” | Δεκέμβριος 1963 | Έναρξη διακοινοτικών ταραχών |
| Επιστολή Τζόνσον | 1964 | Αναβολή τουρκικής εισβολής |
| Επιχειρησιακό σχέδιο “Αττίλας” | 1964 (εκπονήθηκε) | Προμελετημένο σχέδιο εισβολής |
| Πραξικόπημα κατά Μακαρίου | 15 Ιουλίου 1974 | Πρόσχημα για την τουρκική εισβολή |
| Τουρκική Εισβολή (Αττίλας Ι) | 20 Ιουλίου 1974 | Έναρξη της τουρκικής κατοχής |
Ο Ρόλος Των Μεγάλων Δυνάμεων : Η “ρεαλιστική” Πολιτική Των Ηπα Και Της Βρετανίας
Η εισβολή στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου 1974 δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα ενός σύνθετου παιχνιδιού γεωπολιτικών συμφερόντων, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο, υιοθετώντας μια πολιτική που συχνά περιγράφεται ως “ρεαλιστική”, δηλαδή βασισμένη στην προάσπιση των δικών τους στρατηγικών και οικονομικών συμφερόντων, ακόμη και εις βάρος της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας μιας μικρότερης χώρας.
Η στάση τους κατά τη διάρκεια της κρίσης του 1974, και συγκεκριμένα η αντίδρασή τους στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου και την επακόλουθη τουρκική εισβολή, αποκαλύπτει μια βαθιά ριζωμένη προτεραιότητα στην περιφερειακή σταθερότητα, όπως την αντιλαμβάνονταν οι ίδιες, και στη διατήρηση των ισορροπιών δυνάμεων, ειδικά στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.
Η Αμερικανική Στρατηγική Και Ο Κίσινγκερ
Τα αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα φωτίζουν τη στάση της Ουάσιγκτον, και ειδικότερα του τότε Υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ και στρατηγικός σύμμαχος στα ανατολικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης, είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία από την Κύπρο, η οποία θεωρούνταν απομονωμένη και ασταθής.
Η πολιτική του “ρεαλισμού” σήμαινε ότι η Ουάσιγκτον ήταν διατεθειμένη να ανεχθεί, ή ακόμη και να διευκολύνει, ενέργειες που εξυπηρετούσαν τα ευρύτερα στρατηγικά της συμφέροντα. Ο Κίσινγκερ, σε μυστικές συζητήσεις με συνεργάτες του, εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για τις ΗΠΑ να εμποδίσουν την Τουρκία να διεκδικήσει “ένα κομμάτι της Κύπρου”.
Αυτή η δήλωση, αν και δεν συνιστά άμεση εντολή για εισβολή, υποδηλώνει μια σαφή έλλειψη προθυμίας να ασκηθεί ισχυρή διπλωματική πίεση κατά της Τουρκίας, αντίστοιχη με αυτή που είχε ασκήσει ο Λίντον Τζόνσον το 1964. Η σιωπή και η αδράνεια των ΗΠΑ λειτούργησαν ως ένα έμμεσο πράσινο φως για την Άγκυρα.
Η επικείμενη κρίση στην Ελλάδα, με το πραξικόπημα της Χούντας, θεωρήθηκε ως η ιδανική συγκυρία για να προχωρήσει η Τουρκία στα μακροχρόνια σχέδιά της για την Κύπρο, χωρίς ουσιαστική αντίδραση από τον κύριο σύμμαχό της.
Η Βρετανική Θέση Και Τα Συμφέροντα
Η Μεγάλη Βρετανία, ως μία από τις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, βρέθηκε σε μια δύσκολη θέση. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Μπουγιουβίτ, αμέσως μετά το πραξικόπημα, προσέγγισε τη βρετανική κυβέρνηση, ζητώντας κοινή στρατιωτική επέμβαση βάσει του Άρθρου 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων.
Ωστόσο, η Βρετανία αρνήθηκε κατηγορηματικά. Οι λόγοι ήταν πολλαπλοί και βαθιά ριζωμένοι στα εθνικά της συμφέροντα. Πρωτίστως, η Βρετανία φοβόταν την άμεση εμπλοκή σε έναν πόλεμο, ο οποίος θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες και να αποσταθεροποιήσει την ευρύτερη περιοχή.
Δευτερευόντως, και ίσως σημαντικότερο, η Βρετανία δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον των δύο στρατηγικών της βάσεων στην Κύπρο (Ακρωτήρι και Δεκέλεια). Η παρουσία αυτών των βάσεων αποτελούσε ζωτικό στοιχείο της αμυντικής και γεωπολιτικής της στρατηγικής. Η προστασία αυτών των συμφερόντων υπερίσχυσε της υποχρέωσης της ως εγγυήτριας δύναμης να προστατεύσει την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου.
Η “ρεαλιστική” Πολιτική Σε Δράση
Η “ρεαλιστική” πολιτική των ΗΠΑ και της Βρετανίας, όπως εκφράστηκε κατά την τουρκική εισβολή, είχε ως αποτέλεσμα την απομόνωση της Κύπρου και την παροχή ενός ελεύθερου πεδίου δράσης στην Τουρκία. Αντί να ασκήσουν την απαραίτητη διεθνή πίεση για την αποτροπή της εισβολής, οι δύο μεγάλες δυνάμεις επέλεξαν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, εστιάζοντας στην ελαχιστοποίηση των δικών τους απωλειών και στην προστασία των στρατηγικών τους συμφερόντων.
Αυτή η προσέγγιση, αν και μπορεί να ερμηνευτεί ως “ρεαλιστική” από τη σκοπιά των μεγάλων δυνάμεων, είχε καταστροφικές συνέπειες για την Κύπρο. Η έλλειψη ουσιαστικής διεθνούς παρέμβασης επέτρεψε στην Τουρκία να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου “Αττίλας”, οδηγώντας στην κατοχή του 37% του νησιού και στην εκτοπισμό άνω των 160.
000 Ελληνοκυπρίων.
Η αποτυχία των ΗΠΑ και της Βρετανίας να αντιδράσουν αποφασιστικά δεν ήταν απλώς μια διπλωματική αδυναμία, αλλά μια συνειδητή επιλογή που βασίστηκε σε μια ψυχρή εκτίμηση των γεωπολιτικών συμφερόντων. Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία θεωρήθηκε πιο πολύτιμος σύμμαχος από την Κύπρο.
Η Βρετανία, από την πλευρά της, έδωσε προτεραιότητα στη διατήρηση των βάσεών της και στην αποφυγή στρατιωτικής εμπλοκής. Η “ρεαλιστική” πολιτική αυτών των δυνάμεων, αν και δικαιολογείται συχνά με όρους εθνικής ασφάλειας και στρατηγικής, άφησε την Κύπρο ευάλωτη και εκτεθειμένη, συμβάλλοντας καθοριστικά στην τραγωδία που ακολούθησε.
- Αμερικανική Πολιτική : Προτεραιότητα στην Τουρκία ως σύμμαχο του ΝΑΤΟ, ελάχιστη πίεση κατά της Άγκυρας.
- Στάση Κίσινγκερ : Έμμεσο πράσινο φως για την εισβολή μέσω της αδράνειας.
- Βρετανική Θέση : Άρνηση κοινής επέμβασης, φόβος πολέμου και προστασία στρατηγικών βάσεων.
- Συνέπειες : Αποδυνάμωση της Κυπριακής άμυνας, διευκόλυνση της τουρκικής εισβολής.
- “Ρεαλισμός” : Προάσπιση εθνικών συμφερόντων έναντι της διεθνούς νομιμότητας και της κυπριακής κυριαρχίας.
Η Δεύτερη Φάση Της Εισβολής Και Οι Ανυπολόγιστες Συνέπειες
Η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, που ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 1974, δεν έλαβε τέλος με την πρώτη φάση. Η επιχείρηση “Αττίλας Ι” κατέλαβε ένα στρατηγικό τμήμα του νησιού, δημιουργώντας μια γέφυρα στην Κερύνεια. Ωστόσο, η Άγκυρα είχε στόχο την κατάληψη ενός πολύ μεγαλύτερου ποσοστού του εδάφους.
Η δεύτερη φάση της εισβολής, γνωστή ως “Αττίλας ΙΙ”, που ξεκίνησε στις 14 Αυγούστου 1974, επιβεβαίωσε τις χειρότερες των φόβων, οδηγώντας σε ανυπολόγιστες συνέπειες για την Κύπρο, τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε εδαφικό επίπεδο.
Η Συνέχιση Της Εισβολής Και Η Κατάληψη Του 37%
Η δεύτερη Γενεύη, που συνήλθε τον Αύγουστο του 1974, έδειξε την πλήρη αποτυχία της διπλωματίας. Ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη, η Τουρκία, έχοντας εξασφαλίσει την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, προχώρησε στην υλοποίηση του τελικού της σχεδίου. Στις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Αυγούστου, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών μετέδωσε τον προ-συμφωνημένο κωδικό : “AISE can go on vacation” (Η ΑΙΣΕ μπορεί να πάει διακοπές), το σύνθημα για την έναρξη του “Αττίλα ΙΙ”. Μέσα σε τρεις μόλις ημέρες, ο τουρκικός στρατός κατέλαβε το 37% του εδάφους της Δημοκρατίας της Κύπρου. Αυτή η νέα προέλαση περιλάμβανε την κατάληψη των πιο εύφορων και τουριστικά ανεπτυγμένων περιοχών της Κύπρου, όπως η Αμμόχωστος, η Μόρφου και η Καρπασία. Η κατάληψη της Αμμοχώστου, μιας από τις σημαντικότερες πόλεις και τουριστικά κέντρα του νησιού, σηματοδότησε ένα τεράστιο πλήγμα για την κυπριακή οικονομία και κοινωνία.
Ανυπολόγιστες Ανθρώπινες Συνέπειες
Οι ανθρώπινες συνέπειες της εισβολής υπήρξαν δραματικές και ανυπολόγιστες.
Άνω των 160.000 Ελληνοκυπρίων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, γινόμενοι πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Η βίαιη εκκένωση των σπιτιών, η απώλεια περιουσιών και η αναγκαστική μετεγκατάσταση δημιούργησαν ένα κοινωνικό τραύμα που διαρκεί μέχρι σήμερα.
Η Εδραίωση Της Κατοχής Και Οι Μακροπρόθεσμες Συνέπειες
Η δεύτερη φάση της εισβολής εδραίωσε την τουρκική κατοχή στο βόρειο τμήμα της Κύπρου. Η δημιουργία της “Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου” το 1983, η οποία αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία, αποτελεί άμεση συνέπεια των γεγονότων του 1974. Η de facto διαίρεση του νησιού, που παραμένει μέχρι σήμερα, έχει βαθιές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Η Κύπρος, ένα νησί με χιλιάδες χρόνια ιστορίας, βρέθηκε διχοτομημένη, σφραγισμένη με συρματοπλέγματα, με τις πληγές της εισβολής να παραμένουν ανοιχτές. Η έλλειψη ουσιαστικής προόδου στις διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού, σε συνδυασμό με την άρνηση της Τουρκίας να αποχαρακτηρίσει τα στρατιωτικά της αρχεία, διατηρεί το τραύμα άλυτο και την ελπίδα για επανένωση αβέβαιη.
Η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική επιχείρηση, αλλά η επισημοποίηση μιας βίαιης αλλαγής του status quo, με μακροχρόνιες και τραγικές συνέπειες για ολόκληρη την κυπριακή κοινωνία. Οι εκτοπισμένοι, οι οικογένειες των αγνοουμένων, και οι πληγέντες από τα εγκλήματα πολέμου συνεχίζουν να ζουν με τις μνήμες και τις απώλειες, ενώ η πολιτική λύση του Κυπριακού παραμένει ένα δύσκολο και αβέβαιο εγχείρημα.
| Φάση Εισβολής | Ημερομηνία Έναρξης | Κύρια Γεγονότα | Αποτέλεσμα |
|---|---|---|---|
| Αττίλας Ι | 20 Ιουλίου 1974 | Απόβαση στην Κερύνεια, κατάληψη στρατηγικών σημείων | Δημιουργία γέφυρας, έναρξη κατοχής |
| Αττίλας ΙΙ | 14 Αυγούστου 1974 | Επέκταση της κατοχής, κατάληψη Αμμοχώστου, Μόρφου, Καρπασίας | Κατάληψη 37% του νησιού, εκτοπισμός 160.000+ Ελληνοκυπρίων |



