Από το 800 έως το 500 π.Χ., το τοπίο από τις ακτές της Κροατίας μέχρι τις πεδιάδες της Βουλγαρίας δεν ανήκε σε μία ενιαία δύναμη, αλλά καθοριζόταν από οχυρωμένους λόφους, χιλιάδες ταφικούς τύμβους και πολεμικές ελίτ που αντάλλασσαν πολύτιμα αγαθά. Πώς ήταν τα Βαλκάνια πριν από τον Μέγα Αλέξανδρο; Ήταν ένας κατακερματισμένος κόσμος φυλών, όπου οι τοπικοί ηγεμόνες θάβονταν με χρυσά προσωπεία, όπλα και πολυτελή αντικείμενα εισαγόμενα από την Ιταλία και τον ελληνικό νότο.
Πηγή: The Balkans Before Alexander (800–500 BC)
Ποιοι κυριαρχούσαν στις ακτές της Αδριατικής;
Στην ανατολική ακτή της Αδριατικής, από τον ποταμό Raša και νοτιότερα, κυριαρχούσαν οι Λιβουρνοί. Η περιοχή τους περιλάμβανε νησιά, στενά θαλάσσια περάσματα και ένα ορεινό ανάγλυφο γεμάτο μικρά οχυρά σε υψώματα, γνωστά ως gradine. Στο Nadin, πίσω από το Zadar, ένα τέτοιο φρούριο διατηρεί στους πρόποδές του μια νεκρόπολη, όπου οι νεκροί θάβονταν μέσα σε κιβωτιόσχημους τάφους από πέτρινες πλάκες κάτω από τύμβους, έχοντας κοντά τους όπλα και σπειροειδείς πόρπες από μπρούντζο.
Οι Λιβουρνοί ήταν έμπειροι ναυτικοί. Το πολεμικό τους πλοίο, η liburna, ήταν ελαφρύ και γρήγορο, σχεδιασμένο για επιδρομές — ένα σχέδιο που υιοθέτησε αιώνες αργότερα ο ρωμαϊκός στόλος. Από τον 9ο έως τον 7ο αιώνα π.Χ., έλεγχαν την κεντρική Αδριατική, αντάλλασσαν αγαθά με το Picenum και την Apulia και εισήγαγαν ιταλική κεραμική.
Η παρουσία τους έφτανε νότια μέχρι την Κέρκυρα, που έλεγχε την είσοδο της Αδριατικής. Το 735 π.Χ., οι Κορίνθιοι τους έδιωξαν από το νησί και ίδρυσαν δική τους αποικία. Γύρω στο 625 π.Χ., οι Ταυλάντιοι στράφηκαν εναντίον τους με τη βοήθεια Κορινθίων και Κερκυραίων, αναγκάζοντας τους Λιβουρνούς να περιοριστούν βορειότερα. Στις ακτές που άφησαν πίσω τους, ιδρύθηκε η Επίδαμνος γύρω στο 627 π.Χ. και η Απολλωνία γύρω στο 600 π.Χ.
Βόρεια των Λιβουρνών κατοικούσαν οι Ίστριοι. Το βασικό τους κέντρο ήταν το Nesactium κοντά στη σημερινή Pula, προστατευμένο από ομόκεντρα τείχη ξηρολιθοδομής (castelliari). Οι Ίστριοι έκαιγαν τους νεκρούς τους, τοποθετώντας τις στάχτες σε τεφροδόχους μέσα σε ασβεστολιθικά κουτιά. Σε έναν τάφο βρέθηκε μια μπρούτζινη σίτουλα χαραγμένη με ναυμαχία, καθώς και λίθινα γλυπτά με διπλά πρόσωπα ενωμένα στην πίσω πλευρά.
Οι ορεινές ελίτ της Βοσνίας και το οροπέδιο Glasinac
Πίσω από την οροσειρά Velebit, στην περιοχή Lika και στις κοιλάδες των ποταμών Una και Kupa, ζούσαν οι Ιάποδες, οι οποίοι οχύρωναν επίσης τα υψώματα και έθαβαν τους νεκρούς τους με κεχριμπάρι, όπλα και ιταλικά εισαγόμενα προϊόντα. Ανατολικότερα, στην ανατολική Βοσνία, απλώνεται το οροπέδιο Glasinac σε υψόμετρο 900 μέτρων.
Το οροπέδιο αυτό καλύπτει 22 τετραγωνικά χιλιόμετρα και περιλαμβάνει πάνω από 1.000 ταφικούς τύμβους — τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στα δυτικά Βαλκάνια. Ενώ τον 8ο αιώνα π.Χ. οι τάφοι περιείχαν απλά όπλα και κοσμήματα, τον 7ο αιώνα π.Χ. εμφανίστηκαν πλούσιες πριγκιπικές ταφές κάτω από το οχυρό Iliac. Οι νεκροί συνοδεύονταν από σιδερένια ξίφη με διακοσμημένες λαβές, μπρούτζινα αγγεία από τη νότια Ιταλία και περικνημίδες με εγχάρακτη διακόσμηση. Σε μία από αυτές τις περικνημίδες υπάρχει παράσταση πλοίου με πρώρα σε σχήμα κεφαλής αλόγου.
Σημαντικό: Αν και το οροπέδιο Glasinac απέχει πάνω από εκατό χιλιόμετρα από τη θάλασσα, έλεγχε τις διαδρομές προς τον Δούναβη μέσω της κοιλάδας του Drina και προς την Αδριατική μέσω του ποταμού Neretva, συγκεντρώνοντας αγαθά από μακρινές περιοχές.
Από την περιοχή προέρχεται και ένα τροχοφόρο λατρευτικό όχημα από μπρούντζο, χρονολογημένο μεταξύ 800 και 600 π.Χ., διακοσμημένο με υδρόβια πτηνά. Το εύρημα αυτό φυλάσσεται σήμερα στο Naturhistorisches Museum της Βιέννης.
Τα χρυσά προσωπεία και οι επαφές με τον νότο
Στο νότιο τμήμα, γύρω από τη λίμνη Αχρίδα, άκμασαν οι Εγχελείς κατά τον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ., πριν αρχίσουν να υποχωρούν γύρω στο 600 π.Χ. Στην Kamenica, στη λεκάνη της Κορυτσάς, ένας τύμβος περιέχει εκατοντάδες διαδοχικές ταφές οργανωμένες σε ομόκεντρους λίθινους δακτυλίους.
Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., στο Trebenište κοντά στη λίμνη Αχρίδα, εμφανίστηκαν εντυπωσιακές ταφές με λεπτά, σφυρήλατα χρυσά προσωπεία νεκρών, χρυσά ελάσματα σε σχήμα πέλματος σανδαλιών, κορινθιακά κράνη και ελληνικούς χάλκινους κρατήρες, εκ των οποίων ο ένας φέρει πομπή ιππέων στο χείλος. Παρόμοια χρυσά προσωπεία εντοπίστηκαν στη Σίνδο κοντά στη Θεσσαλονίκη (χρονολογημένο γύρω στο 510 π.Χ.) και στο Αρχοντικό κοντά στην Πέλλα, όπου άνδρες και γυναίκες θάβονταν με χρυσά διαδήματα, περιδέραια και ιλλυρικά κράνη με χρυσές ταινίες.
Στο Novi Pazar της νοτιοδυτικής Σερβίας, ένας πριγκιπικός τάφος μεταξύ 550 και 450 π.Χ. περιείχε ένα χρυσό περιτραχήλιο δίσκο σχεδόν 20 εκατοστών, χάντρες κεχριμπαριού, δύο χρυσές ζώνες και μια ελληνική χάλκινη υδρία με λαβές σε μορφή ανθρώπων πάνω σε πρόβατα, λιοντάρια και θεατρικά προσωπεία.
| Τοποθεσία | Χρονολόγηση | Χαρακτηριστικά ταφικά ευρήματα |
|---|---|---|
| Glasinac | 800–500 π.Χ. | Περικνημίδες με παραστάσεις πλοίων, σιδερένια ξίφη, λατρευτικό όχημα με πτηνά |
| Trebenište | Τέλη 6ου αι. π.Χ. | Χρυσά προσωπεία, ελάσματα σανδαλιών, κορινθιακοί κρατήρες |
| Σίνδος | Περίπου 510 π.Χ. | Χρυσό προσωπείο νεκρού |
| Novi Pazar | 550–450 π.Χ. | Χρυσός δίσκος 20 εκ., ελληνική χάλκινη υδρία, χάντρες κεχριμπαριού |
Οι λαοί της ενδοχώρας: Δάρδανοι, Παίονες και Θράκες
Ανατολικά των ορεινών όγκων, οι Δάρδανοι κατείχαν τα υψώματα όπου η κοιλάδα του Morava συναντά το πέρασμα προς τον Αξιό. Ανάμεσα σε αυτούς και τη Μακεδονία, στην κοιλάδα του Αξιού, κατοικούσαν οι Παίονες. Στους τάφους των Παιόνων, ιδιαίτερα στις γυναικείες ταφές, βρέθηκαν βαριά τελετουργικά κοσμήματα, περόνες και μενταγιόν από μπρούντζο, με ξεχωριστή τοπική τεχνοτροπία.
Ακόμη πιο ανατολικά, στη σημερινή Βουλγαρία, απλώνονταν οι Θράκες. Κατά τον Ηρόδοτο, ήταν ο πολυπληθέστερος λαός μετά τους Ινδούς, αλλά δεν ενώθηκαν ποτέ υπό έναν ηγεμόνα μεταξύ 800 και 500 π.Χ. Μια παλιά αρχαιολογική έρευνα κατέγραψε πάνω από 6.000 θέσεις νεκροταφείων με τύμβους.
Από τον 7ο αιώνα π.Χ., ελληνικές αποικίες όπως τα Άβδηρα, η Μαρώνεια και οι εγκαταστάσεις της Θάσου ιδρύθηκαν στα παράλια για να εκμεταλλευτούν τον χρυσό και τον άργυρο του Παγγαίου. Στην ενδοχώρα, οι Τρήρες διέσχισαν τον Βόσπορο γύρω στο 650 π.Χ. και επιτέθηκαν στη Λυδία, επιστρέφοντας με λάφυρα. Στα νοτιοανατολικά, στο Lyubovo στους λόφους Sakar, οι νεκροί καλύπτονταν από ογκώδη μεγαλιθικά ντολμέν. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., το 513 π.Χ., ο Δαρείος πέρασε τα στενά με τον περσικό στρατό, φέρνοντας τις θρακικές φυλές αντιμέτωπες με μια αυτοκρατορία.
Η Ήπειρος και το μαντείο της Δωδώνης
Στην πλευρά του Ιονίου και της νότιας Αδριατικής, η Ήπειρος χωριζόταν σε τρεις κύριες φυλετικές ομάδες: τους Χάονες στα βόρεια, τους Μολοσσούς στο κέντρο και τους Θεσπρωτούς στα παράλια. Παρότι ήταν ελληνόφωνοι πληθυσμοί, ο τρόπος ζωής τους βρισκόταν πιο κοντά στις ορεινές κοινότητες παρά στην Αθήνα ή την Κόρινθο.
Στην κοιλάδα κάτω από το όρος Τόμαρος βρισκόταν το ιερό της Δωδώνης. Την περίοδο αυτή δεν υπήρχε λίθινος ναός — αυτός χτίστηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. Το ιερό αποτελούνταν από μια ιερή βελανιδιά περιστοιχισμένη από χάλκινους λέβητες. Οι ιερείς κοιμούνταν στο χώμα με ανίπτα πόδια, ακούγοντας τον άνεμο να χτυπά τα μέταλλα για να ερμηνεύσουν τη φωνή του Δία.
Από τον 6ο αιώνα π.Χ., οι επισκέπτες χάραζαν ερωτήματα σε λεπτά ελάσματα μολύβδου για τα ταξίδια τους, την πατρότητα των παιδιών τους ή τη σοδειά τους. Παράλληλα, αφιερώματα έφταναν από μακριά: χάλκινοι τρίποδες από την Κόρινθο και τη Σπάρτη, καθώς και ένα χάλκινο σφυρί θυσιών του 7ου αιώνα π.Χ., το οποίο σήμερα εκτίθεται στο μουσείο του Λούβρου.
Για να κατανοήσει κανείς σε βάθος την περίοδο αυτή, αξίζει να αναζητήσει κανείς τις αρχαιολογικές δημοσιεύσεις για τις νεκροπόλεις του Trebenište και του Glasinac.


