Το καλοκαίρι του 1942, στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, η περιοχή της Αγόριανης και του Παρνασσού άρχισε να γνωρίζει τη δράση μικρών ανταρτικών ομάδων του ΕΛΑΣ. Οι ομάδες αυτές ήταν ακόμη περιορισμένες σε αριθμό και μέσα, όμως προσπαθούσαν να οργανώσουν την αντίσταση απέναντι στις κατοχικές δυνάμεις και στους Έλληνες συνεργάτες τους. Μία από τις πρώτες σημαντικές ενέργειες της δωδεκαμελούς ανταρτομάδας της Αγόριανης ήταν η εκτέλεση του φαρμακοποιού Π. Δρίβα από τη Σουβάλα.
Η δράση του Δρίβα
Σύμφωνα με τη μαρτυρία που καταγράφεται, ο Δρίβας συνεργαζόταν ενεργά με τους Ιταλούς κατακτητές. Μετακινούνταν μαζί τους στα χωριά της περιοχής, χρησιμοποιώντας τις μοτοσυκλέτες τους, και φέρεται να κατέδιδε ανθρώπους που ήταν γνωστοί ως κομμουνιστές. Παράλληλα, εκτελούσε χρέη διερμηνέα για τους Ιταλούς.
Η κομματική οργάνωση της Αγόριανης και η ένοπλη ομάδα της είχαν αποφασίσει να στραφούν εναντίον προσώπων που συνεργάζονταν με τις κατοχικές αρχές. Ο Δρίβας θεωρήθηκε ο σημαντικότερος συνεργάτης στην περιοχή και έτσι αποτέλεσε τον πρώτο βασικό στόχο της ανταρτικής ομάδας.
Ένα σχέδιο με δύο στόχους
Επικεφαλής της ανταρτομάδας του Παρνασσού ήταν ο Δημήτρης Δημητρίου, απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων. Αρχικά σχεδιάστηκε μια σύνθετη επιχείρηση: οι αντάρτες θα εκτελούσαν τον Δρίβα και, την ίδια νύχτα, θα ανατίναζαν τη σιδηροδρομική γέφυρα στον Κηφισσό, κοντά στο Δαδί.
Η γέφυρα φυλασσόταν από εννέα Ιταλούς στρατιώτες. Παρότι ορισμένοι πρότειναν να απλοποιηθεί η επιχείρηση και να επικεντρωθούν μόνο στον Δρίβα, τελικά επικράτησε η αρχική, πιο φιλόδοξη योजना. Η επιλογή αυτή αύξανε σημαντικά τον κίνδυνο για τους λίγους και ανεπαρκώς εξοπλισμένους αντάρτες.
Η αποτυχημένη έρευνα στη Σουβάλα
Ένα από τα επόμενα βράδια, τρεις αντάρτες κατευθύνθηκαν στη Σουβάλα και περικύκλωσαν το σπίτι του Δρίβα. Είχαν ετοιμάσει ακόμη και ένα σημείωμα, το οποίο σκόπευαν να καρφιτσώσουν στο σώμα του μετά την εκτέλεση.
Δύο από τους άνδρες μπήκαν στο σπίτι με πολιτικά ρούχα. Εκεί πληροφορήθηκαν ότι ο Δρίβας είχε ήδη φύγει μαζί με δύο Ιταλούς στρατιώτες, κατευθυνόμενος προς τα Καστέλλια με μοτοσυκλέτα. Η αρχική προσπάθεια είχε αποτύχει, όμως οι αντάρτες αποφάσισαν να περιμένουν τη διέλευσή του στον δρόμο.
Η ενέδρα στη γέφυρα
Η ομάδα εγκαταστάθηκε κοντά στη γέφυρα κάτω από την Αγία Ελεούσα, στον δρόμο ανάμεσα στο Δαδί και τη Γραβιά. Για να εμποδίσει τη μοτοσυκλέτα να περάσει, τοποθέτησε πέτρες και ξύλα πάνω στη γέφυρα. Οι αντάρτες περίμεναν μέσα στη νύχτα, έχοντας ελάχιστες πληροφορίες για την ακριβή πορεία του Δρίβα.
Την επόμενη νύχτα εμφανίστηκε η μοτοσυκλέτα των Ιταλών. Ο Δρίβας καθόταν στο πλαϊνό καλάθι. Όταν ο Ιταλός οδηγός κατέβηκε, ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός, ο οποίος αστόχησε. Η δεύτερη σφαίρα όμως χτύπησε τον Δρίβα στο στήθος και τον σκότωσε. Οι Ιταλοί απομακρύνθηκαν γρήγορα με τη μοτοσυκλέτα, αφήνοντας πίσω τους το νεκρό σώμα.
Το μήνυμα των ανταρτών
Οι αντάρτες τοποθέτησαν στο στήθος του Δρίβα το σημείωμα που είχαν ετοιμάσει. Έγραφε: «Έτσι θα τιμωρηθούν όλοι οι προδότες. 8η Ομάδα».
Η αναφορά στην «8η Ομάδα» ήταν σκόπιμη παραπλάνηση. Τέτοια ομάδα δεν υπήρχε, όμως η ονομασία μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι στην περιοχή δρούσε μια μεγαλύτερη και καλύτερα οργανωμένη δύναμη. Το μήνυμα λειτουργούσε επομένως και ως προειδοποίηση προς όσους συνεργάζονταν με τις κατοχικές αρχές.
Οι συνέπειες στην περιοχή
Η εκτέλεση είχε, σύμφωνα με την αφήγηση, άμεσο αντίκτυπο. Τις επόμενες ημέρες αρκετοί γνωστοί δωσίλογοι της περιοχής έφυγαν μόνιμα για την Αθήνα. Παράλληλα, ο βιομήχανος Γ. Καθούλης από το Δαδί σταμάτησε τη συνεργασία του με τις κατοχικές αρχές.
Ωστόσο, η δράση δεν ανέκοψε κάθε μορφή καταστολής. Λίγες ημέρες αργότερα, ο πρόεδρος του χωριού Κότταρης παρέδωσε στους Ιταλούς κατάλογο με τα ονόματα τριάντα κομμουνιστών. Οι άνθρωποι αυτοί επικηρύχθηκαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να καταφύγουν στο βουνό.
Μια σκληρή εικόνα της Κατοχής
Η συγκεκριμένη αφήγηση παρουσιάζει το κλίμα φόβου, βίας και αβεβαιότητας που επικρατούσε στην ελληνική ύπαιθρο κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής. Οι μικρές ανταρτικές ομάδες επιχειρούσαν να πλήξουν τους συνεργάτες των κατακτητών, ενώ οι Ιταλικές αρχές και οι ντόπιοι πληροφοριοδότες συνέχιζαν τις συλλήψεις, τις επικηρύξεις και τις διώξεις.
Η ιστορία του Δρίβα καταγράφεται ως μία από τις πρώτες ενέργειες της ανταρτομάδας της Αγόριανης και δείχνει πώς μια περιορισμένη επιχείρηση μπορούσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ολόκληρης της περιοχής.
Αν γνωρίζατε αυτή την ιστορία ή σας φάνηκε ενδιαφέρουσα, μπορείτε να μοιραστείτε το κείμενο και να περιηγηθείτε στην ιστοσελίδα για να διαβάσετε και άλλα σχετικά αφιερώματα.



