Η ελληνική Αντίσταση στη διάρκεια της Κατοχής δεν γράφτηκε μόνο στα βουνά, στις μάχες και στα σαμποτάζ. Γράφτηκε και στη σιωπή: σε σπίτια, λιμάνια, γραφεία, ασυρμάτους, κρυφές διαδρομές και ανθρώπους που ρίσκαραν τη ζωή τους χωρίς να αφήσουν πίσω τους πολλές φωτογραφίες ή μεγάλους λόγους. Μία από αυτές τις λιγότερο γνωστές, αλλά σημαντικές οργανώσεις ήταν η «Αλίκη», μια αντιστασιακή ομάδα πληροφοριών που έδρασε κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής.
Η οργάνωση Αλίκη ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1943 από τον αντιπλοίαρχο Ευγένιο Βαλασάκη. Το όνομά της δεν ήταν τυχαίο ούτε ιδεολογικό σύνθημα. Προερχόταν από το όνομα της συζύγου του ιδρυτή της, κάτι που δίνει στην ιστορία της οργάνωσης έναν ιδιαίτερα προσωπικό χαρακτήρα. Πίσω από ένα απλό γυναικείο όνομα κρυβόταν ένα δίκτυο ανθρώπων που εργάζονταν για έναν εξαιρετικά επικίνδυνο σκοπό: τη συλλογή και μετάδοση πληροφοριών για τις κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.
Η δράση της Αλίκης δεν είχε τον χαρακτήρα μαζικής ένοπλης οργάνωσης. Δεν ήταν αντάρτικο σώμα, ούτε πολιτικό μέτωπο με πλατιά κοινωνική βάση. Ήταν κυρίως μια οργάνωση πληροφοριών. Η αποστολή της ήταν να παρακολουθεί, να καταγράφει και να μεταδίδει κρίσιμα στοιχεία προς τις συμμαχικές υπηρεσίες, κυρίως μέσω ασυρμάτου και ταχυδρομικών διαδρομών. Σε μια κατεχόμενη χώρα, όπου κάθε μετακίνηση, κάθε κουβέντα και κάθε επαφή μπορούσε να προκαλέσει σύλληψη, βασανιστήρια ή εκτέλεση, αυτή η δουλειά απαιτούσε ψυχραιμία, πειθαρχία και απόλυτη μυστικότητα.
Οι πληροφορίες που συγκέντρωνε η οργάνωση αφορούσαν κυρίως γερμανικές κινήσεις, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και δραστηριότητες που μπορούσαν να αξιοποιηθούν από τους Συμμάχους. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι πληροφορίες αυτές βοήθησαν βρετανικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις σαμποτάζ εναντίον πλοίων και εγκαταστάσεων του εχθρού, αλλά και στη φυγάδευση αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού προς το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Αυτό δείχνει ότι η σημασία της Αλίκης δεν βρισκόταν στον αριθμό των μελών της, αλλά στην ποιότητα και χρησιμότητα των πληροφοριών που μπορούσε να μεταφέρει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η σύνδεση της οργάνωσης με το ναυτικό περιβάλλον. Στην Αλίκη εντάχθηκαν αρκετοί αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του Λιμενικού Σώματος, γεγονός που εξηγεί σε έναν βαθμό την ικανότητά της να κινείται γύρω από ζητήματα λιμανιών, μεταφορών, θαλάσσιων διαδρομών και φυγαδεύσεων. Στην Κατοχή, τα λιμάνια ήταν στρατηγικά σημεία. Από εκεί περνούσαν στρατεύματα, εφόδια, πλοία, πληροφορίες, αλλά και άνθρωποι που προσπαθούσαν να διαφύγουν. Μια οργάνωση με πρόσβαση ή γνώση αυτού του κόσμου μπορούσε να αποδειχθεί πολύτιμη.
Η δράση της, φυσικά, δεν μπορούσε να μείνει για πάντα απαρατήρητη. Όταν οι γερμανικές αρχές αντιλήφθηκαν τη δραστηριότητα του Ευγένιου Βαλασάκη, εκείνος αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Ελλάδα με προορισμό τη Μέση Ανατολή. Τον Αύγουστο του 1943, τη διεύθυνση της οργάνωσης ανέλαβε ο αντιπλοίαρχος Κωνσταντίνος Χασιώτης, συνεχίζοντας τη λειτουργία του δικτύου μέχρι το τέλος σχεδόν της Κατοχής.
Η Αλίκη τερμάτισε τη δράση της τον Οκτώβριο του 1944, δηλαδή την περίοδο της Απελευθέρωσης. Όπως πολλές οργανώσεις πληροφοριών, δεν άφησε πίσω της την ίδια δημόσια μνήμη που άφησαν μεγαλύτερα αντιστασιακά κινήματα. Δεν είχε τη μαζικότητα του ΕΑΜ, ούτε τη στρατιωτική εικόνα των αντάρτικων σωμάτων. Είχε όμως έναν ρόλο υπόγειο και ουσιαστικό: να βλέπει, να ακούει, να μεταφέρει, να συνδέει την κατεχόμενη Ελλάδα με το συμμαχικό κέντρο επιχειρήσεων.
Η ιστορία της Αλίκης θυμίζει ότι η Αντίσταση δεν ήταν μία και ενιαία εμπειρία. Ήταν ένα πλέγμα από οργανώσεις, πρόσωπα και αποστολές. Άλλοι πολέμησαν στα βουνά, άλλοι τύπωσαν παράνομες εφημερίδες, άλλοι έκρυψαν φυγάδες, άλλοι μετέφεραν μηνύματα. Η Αλίκη ανήκει σε αυτή την τελευταία, αθέατη πλευρά του αγώνα: στην Αντίσταση της πληροφορίας, της μυστικότητας και της ψύχραιμης υπηρεσίας μέσα σε ένα περιβάλλον θανάσιμου κινδύνου.


