Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

ΟΠΛΑ: Η σκοτεινή ένοπλη οργάνωση του ΕΑΜικού χώρου στην Κατοχή

Η Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών, γνωστή κυρίως ως ΟΠΛΑ, υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες οργανώσεις της Κατοχής. Συνδέθηκε με τον ΕΑΜικό και κομμουνιστικό χώρο, έδρασε κυρίως στην Αθήνα, ανέλαβε αποστολές ασφαλείας, συλλογής πληροφοριών και εκτελέσεων, και έμεινε στη μεταπολεμική μνήμη ως ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της Εθνικής Αντίστασης και της προεμφυλιακής βίας.

Το ίδιο το όνομα της οργάνωσης εμφανίζεται με διαφορετικές εκδοχές: Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών, Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα ή Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα. Η σύγχυση αυτή δεν είναι τυχαία. Η ΟΠΛΑ δεν ήταν μια ανοιχτή μαζική οργάνωση με δημόσια γραφεία και σαφή παρουσία. Ήταν μηχανισμός ειδικών αποστολών, συνδεδεμένος με το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, που κινήθηκε σε μεγάλο βαθμό στο παρασκήνιο.

Η ανάγκη για τη δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού εμφανίστηκε μέσα στις συνθήκες της Κατοχής. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ βρίσκονταν αντιμέτωπα όχι μόνο με τις γερμανικές, ιταλικές και βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής, αλλά και με δωσιλογικές οργανώσεις, την Ειδική Ασφάλεια, πληροφοριοδότες, ένοπλες αντικομμουνιστικές ομάδες και εσωτερικούς αντιπάλους. Η λογική της περιφρούρησης των «λαϊκών αγωνιστών» προέκυψε από την ανάγκη προστασίας στελεχών, δικτύων και οργανώσεων που κινδύνευαν από καταδόσεις και συλλήψεις.

Κατά τη διάρκεια της Β΄ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, τον Δεκέμβριο του 1942, αναγνωρίστηκε η ανάγκη προστασίας των αγωνιστών. Ως πολιτικός υπεύθυνος του σχήματος που οδήγησε αργότερα στην ΟΠΛΑ ορίστηκε ο Νίκος Πλουμπίδης, ενώ ως αρχηγός αναφέρεται ο Στέργιος Αναστασιάδης. Ως συγκροτημένη οργάνωση, η ΟΠΛΑ εμφανίστηκε το φθινόπωρο του 1943 και αυτοπαρουσιάστηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους μέσω προκήρυξης.

Τα μέλη της προέρχονταν κυρίως από άλλες εαμικές οργανώσεις, όπως η ΕΠΟΝ. Επιλέγονταν με κριτήρια τη μαχητικότητα, την αφοσίωση και τη γενναιότητα, ενώ συχνά ήταν νεαρής ηλικίας. Στην Αθήνα οργανώνονταν ανά συνοικία και υπάγονταν στις κομματικές δομές του ΚΚΕ. Πολλά μέλη λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες, συλλέγοντας στοιχεία για πρόσωπα που θεωρούνταν επικίνδυνα ή ύποπτα. Οι εκτελεστές αποτελούσαν πιο στενό και επίλεκτο πυρήνα.

Η ΟΠΛΑ είχε καθήκοντα ασφαλείας και πληροφοριών, αλλά έμεινε γνωστή κυρίως για τις εκτελέσεις. Στόχοι της ήταν άτομα που κρίνονταν από το ΚΚΕ ή από τις τοπικές δομές ως δωσίλογοι, συνεργάτες των κατοχικών αρχών, πληροφοριοδότες ή εχθροί του λαϊκού κινήματος. Ανάμεσα στους βασικούς αντιπάλους της θεωρούνταν η Ειδική Ασφάλεια, η Οργάνωση Χ και ο ΕΔΕΣ Αθηνών-Πειραιά. Στοχοποιούνταν επίσης άτομα που είχαν περάσει από το ΚΚΕ ή την Αριστερά στην Ειδική Ασφάλεια, καθώς και τροτσκιστές ή αρχειομαρξιστές, τους οποίους το ΚΚΕ αντιμετώπιζε ως επικίνδυνους εσωτερικούς εχθρούς.

Αυτό είναι και το σημείο όπου η ιστορία της ΟΠΛΑ γίνεται ιδιαίτερα βαριά. Η Κατοχή ήταν περίοδος πραγματικής τρομοκρατίας από τις κατοχικές αρχές και τους συνεργάτες τους. Υπήρχε όντως δίκτυο δωσιλόγων, καταδοτών και βασανιστών. Όμως η δράση της ΟΠΛΑ δεν περιορίστηκε πάντα σε πρόσωπα με καθαρή αποδεδειγμένη συνεργασία με τον κατακτητή. Στοχοποιήθηκαν και πολιτικοί αντίπαλοι, αντιφρονούντες ή πρόσωπα που θεωρήθηκαν απειλή για την κυριαρχία του ΕΑΜικού χώρου. Γι’ αυτό και η οργάνωση παραμένει τόσο αμφιλεγόμενη.

Κατά τα Δεκεμβριανά του 1944, η δράση της ΟΠΛΑ πήρε ακόμη πιο σκληρό χαρακτήρα. Μέλη της προχώρησαν σε εκτελέσεις δωσιλόγων, αλλά και αντιφρονούντων, τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά. Οι πράξεις αυτές βάρυναν τη φήμη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και αποτέλεσαν, μεταπολεμικά, ένα από τα βασικά σημεία της αντικομμουνιστικής αφήγησης για την «κόκκινη τρομοκρατία». Ακόμη και ο Νίκος Ζαχαριάδης καταδίκασε μεταγενέστερα τέτοιες πράξεις ως «υπερβάσεις» και «αυθαιρεσίες».

Η ΟΠΛΑ έχει περιγραφεί από ιστορικούς ως πολιτική αστυνομία του ΕΑΜικού χώρου, κυρίως στην Αθήνα. Ο Μαρκ Μαζάουερ έχει τονίσει ότι η κατοχική ΟΠΛΑ εκφυλίστηκε σε δίκτυο ομάδων δολοφονίας, ενώ σε ορισμένες περιοχές η δράση της δημιούργησε κλίμα τρόμου. Από την άλλη πλευρά, για όσους την υπερασπίζονται ή την εντάσσουν στο πλαίσιο της εποχής, η ΟΠΛΑ υπήρξε απάντηση στην πραγματική βία των δωσιλογικών μηχανισμών και της κατοχικής καταστολής.

Η αλήθεια είναι ότι η ΟΠΛΑ βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου η Αντίσταση συναντά τον εμφύλιο χαρακτήρα της Κατοχής. Δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από τη βία των Γερμανών, της Ειδικής Ασφάλειας, των Ταγμάτων Ασφαλείας και των καταδοτών. Δεν μπορεί όμως και να εξωραϊστεί, γιατί η δράση της ξεπέρασε τα όρια της άμυνας και πέρασε συχνά στην πολιτική εκκαθάριση.

Μετά τον Εμφύλιο, η ίδια η Αριστερά απέφευγε για δεκαετίες να μιλά ανοιχτά για την ΟΠΛΑ. Τα μέλη της σιωπούσαν, ενώ το ΚΚΕ δεν επιδίωξε να αναγνωριστεί η οργάνωση ως αντιστασιακή με το ψήφισμα του 1982. Αυτό δείχνει ότι ακόμη και μέσα στην κομματική μνήμη, η ΟΠΛΑ αποτελούσε δύσκολο και φορτισμένο θέμα. Μόνο αργότερα άρχισε να επανεμφανίζεται σε πολιτικά συνθήματα και ιστορικές συζητήσεις.

Η ΟΠΛΑ είναι απαραίτητο να μελετάται χωρίς ωραιοποίηση και χωρίς απλουστεύσεις. Ήταν προϊόν μιας εποχής ακραίας βίας, κατοχής, προδοσίας και πολιτικής πόλωσης. Ήταν μηχανισμός προστασίας, πληροφοριών και τιμωρίας, αλλά και όργανο εσωτερικής καταστολής. Η ιστορία της θυμίζει ότι η Εθνική Αντίσταση δεν ήταν μόνο ηρωισμός. Είχε και σκοτεινές πλευρές, όπου ο αγώνας εναντίον του κατακτητή μπλέχτηκε με τον αγώνα για την εξουσία στην Ελλάδα που θα ερχόταν μετά.

‹