Το Εθνικό Συμβούλιο του 1944 υπήρξε ένα από τα πιο ιδιαίτερα πολιτικά γεγονότα της Κατοχής. Δημιουργήθηκε ως αντιπροσωπευτικό σώμα της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της γνωστής «κυβέρνησης του βουνού», και συνεδρίασε στους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας τον Μάιο του 1944. Δεν ήταν μια κανονική Βουλή σε ελεύθερο κράτος. Ήταν μια απόπειρα να στηθεί θεσμική εκπροσώπηση μέσα σε μια χώρα ακόμη κατεχόμενη, διχασμένη και βυθισμένη στον πόλεμο. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η ιστορική του σημασία είναι μεγάλη.
Το Εθνικό Συμβούλιο γεννήθηκε μέσα από την πολιτική πραγματικότητα της «Ελεύθερης Ελλάδας». Από τα τέλη του 1943 και κυρίως το 1944, μεγάλες ορεινές περιοχές της χώρας βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Εκεί είχαν αναπτυχθεί μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης, λαϊκά δικαστήρια, επιτροπές επισιτισμού, σχολικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες, καθώς και μηχανισμοί ασφάλειας. Η ΠΕΕΑ δημιουργήθηκε για να δώσει ενιαία πολιτική μορφή σε αυτή την πραγματικότητα. Το Εθνικό Συμβούλιο ήταν το επόμενο βήμα: να υπάρξει ένα σώμα αντιπροσώπων που θα έδινε στη νέα εξουσία εικόνα λαϊκής νομιμοποίησης.
Οι εκλογές για την ανάδειξή του έγιναν την άνοιξη του 1944, τόσο στις ελεύθερες περιοχές όσο και, μυστικά ή ημιπαράνομα, σε κατεχόμενες πόλεις. Συμμετείχε πολύ μεγάλος αριθμός πολιτών, με τις εκτιμήσεις να κινούνται περίπου από ενάμισι έως σχεδόν δύο εκατομμύρια ψηφοφόρους. Ακόμη κι αν οι αριθμοί αυτοί πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιστορική προσοχή, το γεγονός παραμένει εντυπωσιακό: μέσα στην Κατοχή, ένα μαζικό αντιστασιακό κίνημα οργάνωσε εκλογική διαδικασία πανελλαδικής φιλοδοξίας.
Η μεγάλη τομή ήταν η συμμετοχή των γυναικών. Για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία οι γυναίκες ψήφισαν και εκλέχθηκαν σε πολιτικό αντιπροσωπευτικό σώμα. Αυτό δεν ήταν λεπτομέρεια. Ήταν βαθιά αλλαγή πολιτικού πολιτισμού. Σε μια Ελλάδα όπου η ψήφος των γυναικών δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί θεσμικά στο επίσημο κράτος, η Ελεύθερη Ελλάδα του ΕΑΜ έδωσε στις γυναίκες ρόλο πολίτη. Η κίνηση είχε ασφαλώς πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα, αλλά η σημασία της δεν μειώνεται. Για πολλές γυναίκες της Αντίστασης, η συμμετοχή αυτή ήταν συνέχεια της δράσης τους σε συσσίτια, συνδέσμους, οργανώσεις, διαδηλώσεις και αντάρτικες δομές.
Το Συμβούλιο συγκλήθηκε στους Κορυσχάδες, ένα χωριό της Ευρυτανίας που έγινε για λίγες ημέρες πολιτικό κέντρο της ΕΑΜικής Ελλάδας. Η συνεδρίασή του, από τα μέσα έως τα τέλη Μαΐου 1944, είχε έντονο συμβολισμό. Οι αντιπρόσωποι δεν συνεδρίαζαν σε κοινοβουλευτικό μέγαρο, αλλά σε σχολείο ενός ορεινού χωριού. Δεν υπήρχαν οι τυπικές ανέσεις και η ασφάλεια ενός κράτους σε ειρήνη. Υπήρχε όμως η αίσθηση ότι μια άλλη Ελλάδα, βγαλμένη μέσα από την Αντίσταση, επιχειρούσε να μιλήσει θεσμικά.
Η σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου ήταν από τα στοιχεία που το έκαναν ξεχωριστό. Περιλάμβανε αγρότες, εργάτες, διανοούμενους, επαγγελματίες, κληρικούς, γυναίκες, ανθρώπους της Αντίστασης και πρόσωπα με κοινωνικό κύρος. Αυτή η ποικιλία ενίσχυε την εικόνα ενός σώματος που δεν εκπροσωπούσε μόνο τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ. Το ΕΑΜ ήθελε να δείξει ότι ο λαός, και ιδιαίτερα κοινωνικές ομάδες που πριν βρίσκονταν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, μπορούσαν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του μέλλοντος της χώρας.
Οι εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου συνδέθηκαν με την προσπάθεια της ΠΕΕΑ να οργανώσει ένα πλαίσιο λαϊκής εξουσίας. Συζητήθηκαν ζητήματα εθνικής απελευθέρωσης, λαϊκής κυριαρχίας, κοινωνικής οργάνωσης, δικαιοσύνης, παιδείας και μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Το κλίμα είχε έντονο ιδεολογικό φορτίο. Δεν επρόκειτο απλώς για διαχείριση καθημερινών προβλημάτων. Ήταν μια πολιτική πρόβα για τη μεταπολεμική Ελλάδα. Το ΕΑΜικό κίνημα παρουσίαζε τον εαυτό του όχι μόνο ως δύναμη που πολεμούσε τον κατακτητή, αλλά ως δύναμη που μπορούσε να θεμελιώσει νέο δημοκρατικό καθεστώς.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση του Εθνικού Συμβουλίου. Από τη μία πλευρά, υπήρξε αληθινά πρωτοποριακή εμπειρία μαζικής συμμετοχής, με στοιχεία που ξεπερνούσαν κατά πολύ την προπολεμική πολιτική ζωή. Από την άλλη, δεν μπορεί να αποκοπεί από την πολιτική κυριαρχία του ΕΑΜ στις περιοχές όπου οργανώθηκε. Δεν ήταν ουδέτερη εκλογική διαδικασία σε συνθήκες πλήρους πολιτικού πλουραλισμού. Ήταν θεσμός μιας αντιστασιακής εξουσίας με σαφή πολιτικό προσανατολισμό. Αυτό δεν ακυρώνει τη σημασία του, αλλά το τοποθετεί σωστά: ήταν ταυτόχρονα δημοκρατικό άνοιγμα και εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης του ΕΑΜ.
Για την εξόριστη κυβέρνηση, τους Βρετανούς και τις αντιΕΑΜικές δυνάμεις, το Εθνικό Συμβούλιο ήταν ανησυχητικό μήνυμα. Έδειχνε ότι το ΕΑΜ δεν περιοριζόταν στον ένοπλο αγώνα ή στην κοινωνική αλληλεγγύη, αλλά διεκδικούσε ρόλο κεντρικής πολιτικής εξουσίας. Η ύπαρξή του ενίσχυε τον φόβο ότι μετά την αποχώρηση των Γερμανών θα υπήρχαν δύο νομιμότητες: η κυβέρνηση που επέστρεφε από το εξωτερικό και η εξουσία που είχε διαμορφωθεί στα βουνά. Η σύγκρουση αυτή δεν ήταν θεωρητική. Θα φανεί λίγους μήνες αργότερα στην κρίση της Απελευθέρωσης και στα Δεκεμβριανά.
Μετά το Συνέδριο του Λιβάνου και την προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ο ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου περιορίστηκε. Η πολιτική γραμμή πέρασε από την παράλληλη εξουσία στην αναζήτηση συμβιβασμού, έστω προσωρινού, με τις άλλες ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις. Λίγο μετά την Απελευθέρωση, το Συμβούλιο διαλύθηκε. Η ζωή του ήταν σύντομη, αλλά η μνήμη του έμεινε βαριά.
Το Εθνικό Συμβούλιο των Κορυσχάδων παραμένει ένα από τα πιο φορτισμένα σύμβολα της Κατοχής. Για την Αριστερά και τον ΕΑΜικό κόσμο, ήταν η πρώτη γεύση μιας λαϊκής δημοκρατίας που θα μπορούσε να είχε γεννηθεί μέσα από την Αντίσταση. Για τους αντιπάλους του, ήταν ένδειξη ενός σχεδίου μονοπώλησης της εξουσίας από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Η ιστορική αλήθεια βρίσκεται στη σύνθετη φύση του: ήταν και πράξη λαϊκής συμμετοχής και μέρος ενός σκληρού πολιτικού αγώνα για την επόμενη μέρα.
Σήμερα, το Εθνικό Συμβούλιο αξίζει να θυμάται κανείς όχι ως απλό επεισόδιο της ΕΑΜικής ιστορίας, αλλά ως στιγμή όπου η κατεχόμενη Ελλάδα τόλμησε να φανταστεί θεσμούς μέσα στο χάος. Σε ένα ορεινό χωριό, με τη χώρα ακόμη σκλαβωμένη, άνθρωποι που προέρχονταν από την Αντίσταση προσπάθησαν να μιλήσουν για πολιτεία, λαϊκή κυριαρχία και κοινωνική αναγέννηση. Αυτό το εγχείρημα δεν νίκησε πολιτικά. Άφησε όμως πίσω του μια δυνατή εικόνα: την εικόνα μιας Βουλής χωρίς κράτος, αλλά με την πεποίθηση ότι η ελευθερία πρέπει να οργανώνεται πριν ακόμη κερδηθεί ολοκληρωτικά.



