
Η Αθηνά και ο σύντροφός της, Andrew, έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας. Η ΣΧΕΣΗ Με τον Andrew, η Αθηνά ήταν χαρούμενη. «Είχαν τις διαφωνίες τους, αλλά επικρατούσε η αγάπη, ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη», ανέφερε η κα Γεωργοπούλου, συνεχίζοντας: «Συζητούσαμε μια μέρα για το αν θα κάνουν κανένα παιδάκι … εκείνη μου απάντησε ‘μαμά, δε θέλω να στεναχωρηθείς, αλλά έχω πάει και έχω κάνει εξετάσεις και οι γιατροί που είπανε ότι δεν μπορώ να τεκνοποιήσω’». «Πήγαμε στη γιατρό μου … μας έδωσε 5%-10% πιθανότητες». Σε κάθε περίπτωση, «η ζωή τους πήγαινε καλά … είχαν μεγάλη αφοσίωση ο ένας στον άλλο». ΤΑ ΧΑΡΜΟΣΥΝΑ «Πότε σας ανακοίνωσαν τα χαρμόσυνα νέα της εγκυμοσύνης;», ρωτήσαμε. «Ήρθε εδώ πέρα το ζευγαράκι ένα βράδυ που καθόμουν εδώ. Με την ξαδέρφη μου ήμουνα», απάντησε η μητέρα, προσθέτοντας: «Τις προηγούμενες μέρες η Αθηνά σα να ήταν ανήσυχη που μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Μου είχε ζητήσει να μην την ενοχλήσω…». «Ήταν Πέμπτη όταν μου ήρθαν από εδώ. Ο νους μου πήγε στο κακό. Κοιτάω τον Andrew σοβαρός, κοιτάω αυτήν σοβαρή. ‘Τι έγινε;’ τους λέω». «Μου ζήτησαν να βγούμε έξω να είμαστε οι τρεις μας … όπου μου ανακοίνωσαν ότι είναι έγκυος». «Ξέρεις τα ‘χασα. Την αγκαλιάζω, της λέω είσαι ‘happy’ κοριτσάκι μου; ‘Ναι μαμά’ μου απάντησε. «Εγώ τσίριζα, φώναζα Πάτυυυυ (την ξαδέρφη μου) έλα εδώ… Υποτίθεται ότι μου το είπαν και κρυφά για μυστικό…». «Η θεία της την αγαπάει» πρόσθεσε η κα Γεωργοπούλου κάνοντας μια μικρή παύση και συνέχισε «αγαπούσε, πάρα πολύ και την αγαπάει ακόμα. Δεν μπορώ … Παρόλο που μας έφυγε για μας είναι σαν να είναι εδώ μέσα». «Φίλησα και τον Andrew και του λέω ‘είσαι happy?’. ‘Δεν έχεις ιδέα πόσο’, μου απάντησε εκείνος. ‘Ανυπομονούμε να δημιουργήσουμε οικογένεια, ένα μέλλον….». «’Εύχομαι να πάρει τα μάτια του Andrew’, πρόσθεσε η Αθηνά. Εγώ, γελούσα…». «Η ζωή μας περνούσε πολύ χαρούμενα», συμπλήρωσε η κα Γεωργοπούλου. «Εκάναμε ‘dreams’, πηγαίναμε μαζί στον γιατρό. Είχε αλλάξει τελείως. Μου έλεγε, ‘μαμά τώρα νιώθω new mom’». «Το κοριτσάκι μας ήταν να γεννηθεί 6 Δεκεμβρίου και η Αθηνά σκεφτόταν λίγο μετά να επιστρέψει στη δουλειά, έχοντας υποστήριξη από εμένα με την ανατροφή του παιδιού». «Ήταν πολύ ευτυχισμένοι … Έκαναν όνειρα μαζί και με αυτό το παιδάκι». Την Ελλάδα η Αθηνά δεν την είχε επισκεφτεί. Αλλά, όπως μας είπε η μητέρα, «ήθελαν να πάνε, ένα δύο χρόνια αφού γεννιόταν το παιδάκι τους». «Εκείνος την πείραζε και της έλεγε ‘αν στο μεταξύ κάνουμε και άλλο;’». Και παρότι στην Αθηνά όταν ήταν μικρή δεν της άρεσε το Ελληνικό Σχολείο, έλεγε ότι «’το κοριτσάκι μου θα το πάω Σχολείο Ελληνικό να ξέρει τι λένε ο παππούς και η γιαγιά…’». Η ΑΝΕΙΠΩΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ «Πότε έμαθες τα τραγικά νέα; Πού ήσουν;» τη ρωτήσαμε. «Ήταν 10-11 η ώρα το πρωί. Ήμουνα εδώ στο σπίτι και ξένοιαστη κοιτούσα διάφορα στο τηλέφωνο μου», απάντησε και συνέχισε: «Με κάλεσε η ξαδέλφη και μου λέει ‘τι έγινε;’. ‘Τι έγινε’ της απάντησα εγώ. ‘Η δικιά μου η κόρη κλαίει, χτυπιέται και λέει ότι δολοφόνησαν την Τίνα’». «Εγώ εκείνη την ώρα θόλωσα … τα πόδια μου κοπήκανε. Πήγα ντύθηκα γρήγορα. Φώναξα τον γείτονα και του λέω, ‘τρέχαμε, τρέχαμε στο σπίτι που μένει η Αθηνά μου…». Εκείνος, προσπάθησε να την ηρεμήσει κάπως, λέγοντας ότι μπορεί να είναι ψέματα ή μπορεί να είναι κάποια άλλη το θύμα. «Ήταν ένα πράγμα.. μέσα μου. Ένιωσα ότι ήταν αλήθεια. Ένιωσα ότι είναι αυτή…» τόνισε η μητέρα. «Φτάσαμε. Βγήκα από το αυτοκίνητο. Δεν έβλεπα τίποτε γύρω μου. Μετά μου είπαν ότι είχε ένα σωρό κάμερες και κόσμο. Πέρασα και από το πρώτο μπλόκο της Αστυνομίας. Πλησίασα στο σπίτι … αλλά εκεί με γράπωσε ένας αστυνομικός και με τράβηξε πίσω». «’Who are you?’ με ρώτησε. «Λέω ‘Θέλω να δω στην κόρη μου’. ‘Πού είναι η κόρη σου;’ μου απάντησε. ‘Στο (unit) Νο2 μένει… στο Νο2’». «Δε δεν με αφήσανε να περάσω. Του ζήτησα να μ’ αφήσει … Του είπα ότι θα καθίσω στο χορτάρι και δε θα φύγω. Του υποσχέθηκα». «Εκείνη την ώρα έρχεται ένας ντέτεκτιβ … με πλησίασε και με ρώτησε ‘πώς ξέρεις ότι είναι η κόρη σου;’». «Του λέω ‘το νιώθω εδώ, στην καρδιά, κάτι μου λέει ότι είναι η κόρη μου’». «’Πώς μοιάζει η κόρη σου;’ ρώτησε πάλι». «Πήγα να του δείξω φωτογραφία της στο τηλέφωνό μου, αλλά μέσα στον πανικό μου το είχα αφήσει στο αυτοκίνητο του γείτονα που με πήγε εκεί. Άρχισα να περιγράφω πώς ήταν η Αθηνά στους αστυνομικούς που ήρθαν κοντά…». «’Και είναι έγκυος’ ανέφερα. Ο ντέτεκτιβ που έκανε να φύγει εκείνη την ώρα καθώς μιλούσα στους συναδέλφους του, άκουσε τι είπα και γύρισε ξανά δίπλα μου. Κάθισε κάτω και με ρώτησε τι είχα μόλις πει. ‘She is pregnant’ του είπα, καθαρά. ‘Είσαι σίγουρη;’ με ξαναρώτησε…». «Μου είπε μόνο ότι ένα από τα θύματα ήταν κοπέλα, αλλά δεν μπορούσε να μου πει περισσότερα …». «Καθόμουν και ούρλιαζα… ‘Αθηνάααααα, κάποιος να μου πει την αλήθεια’. Φώναζα στα Ελληνικά … Λίγο μετά ήρθαν δύο αστυνομικοί, με πήραν και με έβαλαν σε ένα αστυνομικό όχημα. Μου είπαν ότι το έκαναν γιατί γύρω είχε κάμερες παντού … Δεν είχα δει γύρω μου τι υπήρχε. Βιώνα το μεγαλύτερο σοκ…», συνέχισε την αφήγησή της η Μπέτυ Γεωργοπούλου. «Μου είπαν να με πάνε στο Τμήμα ή στο σπίτι μου, να είμαι πιο ήρεμα». «Μέσα στην θολούρα μου σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στον γιο μου … ‘Δολοφονήσαν την Τίνα’ του είπα … Εκείνος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Μακάρι να ήταν ψέματα του είπα». Αστυνομικοί γύρισαν την κα Γεωργοπούλου στο σπίτι, όπου, όπως μας είπε, πήγε η ξαδερφή της να της κρατήσει συντροφιά, φεύγοντας εσπευσμένα από τη δουλειά της. Η Αστυνομία επέστρεψε για να τους δώσει μία καλύτερη περιγραφή της Αθηνάς. Κάποιες ώρες μετά αστυνομικοί την επισκέφτηκαν και πάλι. «’Condolences, she was your daugher’», μου είπαν. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου». «Δεν ήθελα να το πιστέψω, αλλά ως μάνα αισθανόμουν μέσα μου ότι κάτι κακό είχε συμβεί στο παιδί μου». «Ένας ντετέκτιβ που ήρθε να με δει μου είπε ‘η κόρη σου … δεν είχε καμία ανάμειξη με ό,τι συνέβη. Τη σκότωσαν άδικα, για το τίποτα. Σου υπόσχομαι θα κάνουμε το καλύτερο δυνατό (όποιος το έκανε αυτό) να βρει την τιμωρία που του αξίζει΄…». «Τον άκουγα… αλλά δεν τον άκουγα. Ύστερα ήρθαν τα κανάλια έξω από το σπίτι. Δεν υπήρχε ηρεμία … Είχα μεγάλη στήριξη από τον Γιάννη, συγγενείς και φίλους. Ευχαριστώ όλους όσοι ήρθαν να με δούν», πρόσθεσε η μητέρα. «Πλέον που σας μιλάω νιώθω πιο ήρεμα. Αλλά είναι σα να λέω μια ιστορία, κάποια άλλου. Δηλαδή δεν το πιστεύω … δεν το πιστεύω καθόλου ότι αυτό συνέβη». «Της μάνας τον πόνο δεν τον ξέρει κανένας…». Δάκρια κυλούσαν στα μάτια της. Το χέρι της, ασυναίσθητα, κινήθηκε επάνω στο τραπέζι της κουζίνας που καθόμαστε. «Συνάντησε» αυτό της συναδέλφου Κυριακής Κάππα. Την έπιασε σφιχτά από τον πήχη και της είπε κοιτώντας τη στα μάτια. «Εγώ ξέρεις που ησυχάζω μόνο κορίτσι μου; Όταν πάω στα μνήματα». Η φωνή της έσπασε και «πνίγηκε» από λυγμούς. «Κάθομαι ώρες και της μιλάω. Κλαίω. Εκεί μπορώ να είμαι αληθινή. Εδώ πέρα, στο σπίτι, νιώθω ότι κανένας δεν θα με καταλάβει τι περνάω…». «Αυτόν τον πόνο δεν μου τον βγάζει κανένας από μέσα μου. Μόνο όταν πάω κοντά της, στα μνήματα, εκεί είμαι ο εαυτός μου. Μπορώ να κλάψω, να φωνάξω, να της μιλήσω, να ‘πούμε’ τα δικά μας. Και κάπως ηρεμάω εκεί… Μπορεί να έφυγε από τη ζωή, αλλά θα ζει πάντα μέσα στην καρδιά μας». *Ορισμένες δηλώσεις έχουν αποδοθεί με μικρές προσαρμογές για λόγους σαφήνειας και ροής της αφήγησης, χωρίς να αλλοιώνεται το νόημά τους.
