Το Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου, γνωστό ως ΜΑΒΗ, ήταν μια αντιστασιακή οργάνωση που έδρασε στον γεωγραφικό χώρο της Βορείου Ηπείρου κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δράση του τοποθετείται κυρίως στην περίοδο της ιταλικής και γερμανικής κατοχής της Αλβανίας από τις δυνάμεις του Άξονα, από το 1941 έως το 1944. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις που έδρασαν εντός των ορίων του ελληνικού κράτους, το ΜΑΒΗ συνδέθηκε με την ελληνική μειονότητα της νότιας Αλβανίας και με τα ιδιαίτερα προβλήματα ασφαλείας, ταυτότητας και επιβίωσης που αντιμετώπιζαν οι τοπικοί ελληνικοί πληθυσμοί.
Η ίδρυσή του πρέπει να ιδωθεί μέσα στο ταραγμένο περιβάλλον που ακολούθησε την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Βόρειο Ήπειρο, τον Απρίλιο του 1941. Η περιοχή βρέθηκε εκτεθειμένη σε βία, ανασφάλεια και πολιτικό κενό. Ομάδες ατάκτων ενόπλων, ιταλικές δυνάμεις και τοπικοί ανταγωνισμοί δημιούργησαν συνθήκες αστάθειας. Για τους ελληνικούς πληθυσμούς της περιοχής, το ζήτημα δεν ήταν μόνο η αντίσταση στον Άξονα, αλλά και η προστασία από ένοπλες ομάδες και πιέσεις που δρούσαν χωρίς σταθερό κρατικό έλεγχο.
Τα πρώτα αντάρτικα τμήματα Βορειοηπειρωτών οργανώθηκαν τον Μάιο του 1942 στην περιοχή του Δέλβινου. Επικεφαλής τους ήταν δύο ντόπιοι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, ο Σπυρίδων Λύτος και ο Ιωάννης Βίδελης, και οι δύο από τη Λεσινίτσα. Την ίδια περίοδο παρόμοιες ομάδες εμφανίστηκαν και σε άλλες περιοχές, όπως η Δρόπολη, η Χειμάρρα, η περιοχή του Αυλώνα, η Λιούντζη, το Πωγώνι, το Λεσκοβίκι και η Κορυτσά. Αυτό δείχνει ότι η κίνηση δεν ήταν απομονωμένη, αλλά απαντούσε σε ευρύτερη ανάγκη αυτοάμυνας και οργάνωσης.
Τον Ιούλιο του 1942, σε συγκέντρωση εκπροσώπων της ελληνικής μειονότητας στα Τίρανα, συγκροτήθηκε το ΜΑΒΗ. Επικεφαλής της οργάνωσης τέθηκε ο Βασίλειος Σαχίνης, μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού εκείνης της περιόδου. Άλλα βασικά στελέχη ήταν ο Ηλίας Κώνστας, ο Γιώργος Τάσος, ο Σπύρος Ντάσιος και ο Χειμαριώτης εισαγγελέας Αναστάσιος Κοκκαβέσης. Το αρχηγείο της οργάνωσης βρισκόταν στον Άγιο Δημήτριο, την κεντρική εκκλησία του χωριού Γλύνα στη Βόρειο Ήπειρο.
Ο κύριος στόχος του ΜΑΒΗ ήταν η προστασία των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Αυτός ο στόχος είχε διπλή διάσταση. Από τη μία, η οργάνωση εντασσόταν στο αντιστασιακό πλαίσιο εναντίον των δυνάμεων του Άξονα. Από την άλλη, λειτουργούσε ως μηχανισμός άμυνας της ελληνικής μειονότητας μέσα σε μια περιοχή όπου δρούσαν αλβανικές εθνικιστικές οργανώσεις, κομμουνιστικά αντάρτικα σώματα, δοσιλογικά στοιχεία και κατοχικές δυνάμεις. Η απουσία σταθερής κρατικής προστασίας έκανε την τοπική αυτοοργάνωση ζήτημα επιβίωσης.
Οι βασικές περιοχές δράσης της ΜΑΒΗ ήταν το Δέλβινο, η Δρόπολη, η Χειμάρρα, ο Βούρκος στην ευρύτερη περιοχή των Αγίων Σαράντα, οι Ρίζες και η Ζαγορά κοντά στην Πρεμετή. Πρόκειται για περιοχές με σημαντική παρουσία ελληνικών πληθυσμών, αλλά και με ιδιαίτερη γεωγραφική σημασία, καθώς βρίσκονταν κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και σε ορεινούς ή ημιορεινούς χώρους όπου μπορούσαν να κινηθούν ένοπλες ομάδες.
Το ΜΑΒΗ είχε σχέσεις με την ελληνική Αντίσταση και ειδικότερα με τον ΕΔΕΣ. Διατηρούσε κοινό σύνδεσμο μαζί του, ενώ σε ορισμένες περιοχές υπήρχαν ένοπλες ομάδες που υποστηρίζονταν από τον ΕΔΕΣ και έλεγχαν τοπικά χωριά από το φθινόπωρο του 1943. Αρχικά, κάποιες από αυτές τις ομάδες συνεργάστηκαν με την αλβανική εθνική αντίσταση και με ελληνικές μειονοτικές ομάδες που πρόσκεινταν στο αλβανικό κομμουνιστικό κίνημα. Όμως, προς το τέλος του 1943, οι σχέσεις επιδεινώθηκαν και άρχισαν συγκρούσεις.
Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά περίπλοκη. Στην περιοχή δεν υπήρχε ένα καθαρό δίπολο «κατακτητές και αντιστασιακοί». Υπήρχαν πολλαπλές δυνάμεις: οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, οι Αλβανοί εθνικιστές της Μπάλι Κομπετάρ, το αλβανικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Ενβέρ Χότζα, ελληνικές μειονοτικές ομάδες με διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς και δίκτυα που συνδέονταν με την ελληνική Αντίσταση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΜΑΒΗ βρέθηκε αντιμέτωπο με ισχυρότερους και καλύτερα οργανωμένους αντιπάλους.
Η τύχη της οργάνωσης σημαδεύτηκε από τη δολοφονία των ηγετικών της στελεχών. Ο Βασίλειος Σαχίνης διαμαρτυρόταν προς τις ιταλικές αρχές για την καταπίεση των ελληνικών πληθυσμών. Στις 17 Νοεμβρίου 1943 συνελήφθη στο Αργυρόκαστρο από άτομα της οργάνωσης του Ενβέρ Χότζα. Βασανίστηκε για να αποκαλύψει πληροφορίες και τελικά εκτελέστηκε. Λίγο αργότερα, στις 3 Δεκεμβρίου, δολοφονήθηκε και ο επικεφαλής της οργάνωσης στην περιοχή της Χειμάρρας, Γεώργιος Μπολάνος.
Ακολούθησε η καταστροφή του χωριού Γλύνα, που αποτελούσε βάση της ΜΑΒΗ. Η οργάνωση συνέχισε για ένα διάστημα μέσα σε συνθήκες όλο και πιο δυσμενείς. Από τον Δεκέμβριο του 1944 ενεργό ρόλο ανέλαβε ο γιατρός Γρηγόριος Λαμποβιτιάδης από το Αργυρόκαστρο, όμως η πορεία της είχε πλέον ουσιαστικά κριθεί.
Τελικά, το ΜΑΒΗ διαλύθηκε ύστερα από συγκρούσεις με τις γερμανικές δυνάμεις, αλλά και με τους Αλβανούς εθνικιστές της Μπάλι Κομπετάρ και τις δυνάμεις του αλβανικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Όταν οι δυνάμεις του Άξονα αποχώρησαν από την περιοχή, η οργάνωση δεν μπόρεσε να παίξει ρόλο στα τοπικά πολιτικά δρώμενα. Στην Αλβανία επικράτησε τελικά το κομμουνιστικό κίνημα του Ενβέρ Χότζα, γεγονός που καθόρισε και τη μεταπολεμική μοίρα της ελληνικής μειονότητας.
Η ιστορία του Μετώπου Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου δείχνει μια πλευρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που συχνά μένει στο περιθώριο. Για τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, ο πόλεμος δεν ήταν μόνο σύγκρουση με τον Άξονα. Ήταν και αγώνας προστασίας μέσα σε ένα ρευστό, βίαιο και εθνικά φορτισμένο περιβάλλον. Το ΜΑΒΗ υπήρξε μια προσπάθεια αυτοοργάνωσης αυτού του πληθυσμού, αλλά βρέθηκε ανάμεσα σε δυνάμεις πολύ ισχυρότερες από το ίδιο.



