Ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, γνωστός με τα αρχικά ΕΛΑΣ, υπήρξε η στρατιωτική δύναμη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου και η μεγαλύτερη ένοπλη αντιστασιακή οργάνωση της Κατοχής. Η ίδρυσή του, στις αρχές του 1942, σήμανε τη μετάβαση της ελληνικής αντίστασης από τις πρώτες αυθόρμητες πράξεις άρνησης και αυτοάμυνας σε μια οργανωμένη αντάρτικη δύναμη, με στρατιωτική δομή, πολιτικό προσανατολισμό και βαθιά κοινωνική γείωση. Σε μια χώρα διαλυμένη από την πείνα, την τριπλή κατοχή και την κατάρρευση των θεσμών, ο ΕΛΑΣ εμφανίστηκε ως η ένοπλη έκφραση ενός ευρύτερου λαϊκού κινήματος που δεν ήθελε απλώς να περιμένει την απελευθέρωση, αλλά να τη διεκδικήσει.
Η δημιουργία του ΕΛΑΣ συνδέθηκε άμεσα με την ανάγκη του ΕΑΜ να αποκτήσει στρατιωτικό βραχίονα. Το ΕΑΜ είχε ήδη αρχίσει να απλώνεται σε πόλεις και χωριά, οργανώνοντας συσσίτια, διαδηλώσεις, απεργίες, δίκτυα αλληλεγγύης και πολιτική κινητοποίηση. Όμως η κατοχική βία, οι εκτελέσεις, οι επιτάξεις, η δράση των στρατευμάτων κατοχής και των συνεργατών τους έδειχναν ότι η αντίσταση χρειαζόταν και ένοπλη μορφή. Στα βουνά της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Πελοποννήσου, μικρές ομάδες ανταρτών άρχισαν να σχηματίζονται και να συνδέονται με το ΕΑΜικό δίκτυο. Από αυτές τις πρώτες ομάδες γεννήθηκε σταδιακά ένας στρατός.
Η πιο εμβληματική μορφή των πρώτων χρόνων του ΕΛΑΣ ήταν ο Άρης Βελουχιώτης, το ψευδώνυμο του Θανάση Κλάρα. Με την εμφάνισή του στη Δομνίστα της Ευρυτανίας, τον Ιούνιο του 1942, έδωσε δημόσιο χαρακτήρα στο νέο αντάρτικο εγχείρημα. Δεν ήταν μόνο στρατιωτικός αρχηγός· έγινε σύμβολο μιας νέας εποχής, όπου ο ένοπλος αντάρτης δεν παρουσιαζόταν ως ληστής ή φυγάς, αλλά ως στρατιώτης της ελευθερίας. Γύρω του συγκεντρώθηκαν άνθρωποι διαφορετικών προελεύσεων: κομμουνιστές, δημοκράτες, αγρότες, παλιοί πολεμιστές του αλβανικού μετώπου, νέοι που δεν άντεχαν την ταπείνωση της κατοχής, ακόμη και πρόσωπα με τοπική εμπειρία στα βουνά. Η πειθαρχία, η πολιτική καθοδήγηση και η σύνδεση με τα χωριά έδωσαν στον ΕΛΑΣ χαρακτήρα πολύ πιο σύνθετο από μια απλή αντάρτικη ομάδα.
Η δράση του ΕΛΑΣ πήρε γρήγορα μεγάλη έκταση. Οι αντάρτες χτυπούσαν φυλάκια, κατέστρεφαν γέφυρες, έκοβαν τηλεφωνικές γραμμές, παρενοχλούσαν φάλαγγες και έλεγχαν ορεινές περιοχές. Η πιο γνωστή επιχείρηση στην οποία συμμετείχε ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, τον Νοέμβριο του 1942, σε συνεργασία με τον ΕΔΕΣ και Βρετανούς σαμποτέρ. Η επιχείρηση αυτή έγινε σύμβολο της ενότητας της Αντίστασης, αλλά και υπενθύμιση μιας δυνατότητας που αργότερα θα αποδεικνυόταν δύσκολο να διατηρηθεί: της κοινής δράσης διαφορετικών αντιστασιακών δυνάμεων απέναντι στον κατακτητή.
Η δύναμη του ΕΛΑΣ δεν βρισκόταν μόνο στα όπλα. Βρισκόταν κυρίως στην κοινωνική του βάση. Σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα στην ορεινή Ελλάδα, η παρουσία του συνδέθηκε με την εμφάνιση μιας νέας μορφής τοπικής εξουσίας. Εκεί όπου οι κατοχικές αρχές είχαν αποσυρθεί ή δεν μπορούσαν να ελέγξουν την ύπαιθρο, δημιουργήθηκαν θεσμοί λαϊκής αυτοδιοίκησης, λαϊκά δικαστήρια, επιτροπές επισιτισμού και μηχανισμοί ασφάλειας. Η λεγόμενη «Ελεύθερη Ελλάδα» δεν ήταν ενιαίο κράτος, αλλά ένα πλέγμα περιοχών όπου το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ είχαν πραγματική επιρροή. Για τους υποστηρικτές του κινήματος, αυτό ήταν απόδειξη λαϊκής αναγέννησης. Για τους αντιπάλους του, ήταν προμήνυμα μιας μελλοντικής μονοπώλησης της εξουσίας από την Αριστερά.
Η στρατιωτική οργάνωση του ΕΛΑΣ εξελίχθηκε σημαντικά. Στην αρχή βασιζόταν σε μικρές ομάδες, αλλά σταδιακά απέκτησε συγκροτημένες μονάδες, καπετάνιους, στρατιωτικούς διοικητές και πολιτικούς καθοδηγητές. Η ένταξη του στρατηγού Στέφανου Σαράφη στην ηγεσία του έδωσε μεγαλύτερο κύρος και πιο σαφή στρατιωτική δομή. Δίπλα στους αντάρτες των βουνών αναπτύχθηκαν και εφεδρικές δυνάμεις, τοπικές πολιτοφυλακές, καθώς και ειδικά σώματα σε πόλεις και χωριά. Ο ΕΛΑΣ δεν ήταν ένας μικρός μηχανισμός κρούσης· έγινε μαζικός λαϊκός στρατός, με δεκάδες χιλιάδες ενόπλους και ακόμη περισσότερους υποστηρικτές.
Η σχέση του με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις ήταν περίπλοκη. Στην αρχή υπήρχαν περιθώρια συνεργασίας, ιδίως απέναντι στις δυνάμεις κατοχής. Όμως όσο μεγάλωνε η δύναμη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, τόσο μεγάλωνε και η καχυποψία των άλλων οργανώσεων, της εξόριστης κυβέρνησης και των Βρετανών. Οι συγκρούσεις με τον ΕΔΕΣ και κυρίως η διάλυση της ΕΚΚΑ και του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων άφησαν βαριά σκιά στην ιστορία της Αντίστασης. Ο ΕΛΑΣ πολέμησε τον κατακτητή, αλλά ταυτόχρονα ενεπλάκη σε έναν εσωτερικό ανταγωνισμό για το ποιος θα είχε την πολιτική και στρατιωτική πρωτοβουλία στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση.
Το 1944 ο ΕΛΑΣ βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής του. Οι Γερμανοί αποχωρούσαν, η κατοχική διοίκηση κατέρρεε και το ΕΑΜικό κίνημα είχε τεράστια επιρροή. Όμως η απελευθέρωση δεν έφερε ειρήνη. Το ζήτημα του αφοπλισμού των αντιστασιακών δυνάμεων, ο ρόλος της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, η βρετανική παρουσία και η σύγκρουση για την εξουσία οδήγησαν στα Δεκεμβριανά. Ο ΕΛΑΣ βρέθηκε τότε αντιμέτωπος με τις κυβερνητικές και βρετανικές δυνάμεις στην Αθήνα, σε μια σύγκρουση που σημάδεψε καθοριστικά τη μετάβαση από την Κατοχή στον Εμφύλιο.
Με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο του 1945, ο ΕΛΑΣ αποστρατεύθηκε και παρέδωσε τα όπλα του. Τυπικά, εκεί έκλεισε η ιστορία του. Ουσιαστικά, όμως, η μνήμη και οι συνέπειές του παρέμειναν ζωντανές. Για ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, ο ΕΛΑΣ υπήρξε ο στρατός που ανέβασε την αξιοπρέπεια της σκλαβωμένης χώρας στα βουνά και απέδειξε ότι η Κατοχή μπορούσε να πολεμηθεί. Για άλλους, συνδέθηκε με την προσπάθεια της Αριστεράς να κυριαρχήσει πολιτικά και στρατιωτικά μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Αυτή η διπλή μνήμη εξηγεί γιατί ο ΕΛΑΣ δεν υπήρξε ποτέ ένα απλό ιστορικό θέμα, αλλά πεδίο πάθους, ιδεολογίας και συλλογικής ταυτότητας.
Παρά τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις του, ο ΕΛΑΣ παραμένει κεντρικό κεφάλαιο της ελληνικής Αντίστασης. Χωρίς αυτόν, η εικόνα της Κατοχής θα ήταν φτωχότερη, πιο παθητική και πιο σκοτεινή. Υπήρξε η μεγαλύτερη απόπειρα ένοπλης λαϊκής κινητοποίησης στη νεότερη ελληνική ιστορία, ένα φαινόμενο που ξεπέρασε τα όρια μιας οργάνωσης και έγινε εμπειρία ολόκληρων κοινοτήτων. Στα χρόνια της πείνας, του φόβου και της βίας, ο ΕΛΑΣ έδωσε σε χιλιάδες ανθρώπους την αίσθηση ότι η Ελλάδα δεν είχε σωπάσει. Και αυτή η αίσθηση, περισσότερο ίσως από κάθε στρατιωτική επιχείρηση, εξηγεί τη δύναμη που εξακολουθεί να έχει το όνομά του στη συλλογική μνήμη.



