Η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, γνωστή ως ΠΕΕΑ, υπήρξε ένα από τα πιο φιλόδοξα και πολιτικά φορτισμένα εγχειρήματα της ελληνικής Αντίστασης. Ιδρύθηκε στις 10 Μαρτίου 1944 από το ΕΑΜικό κίνημα, σε μια στιγμή που ο ΕΛΑΣ έλεγχε μεγάλες περιοχές της ορεινής Ελλάδας και η Κατοχή πλησίαζε προς το τέλος της. Έμεινε γνωστή ως «κυβέρνηση του βουνού», γιατί λειτούργησε κυρίως στις ελεύθερες περιοχές, μακριά από την κατεχόμενη Αθήνα και την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου.
Η ΠΕΕΑ δεν ήταν απλώς μια ακόμη αντιστασιακή επιτροπή. Ήταν προσπάθεια δημιουργίας πολιτικής εξουσίας μέσα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Το ΕΑΜ δεν ήθελε πλέον να εμφανίζεται μόνο ως δύναμη αντίστασης, αλληλεγγύης και ένοπλου αγώνα. Ήθελε να δείξει ότι μπορούσε να κυβερνήσει, να οργανώσει θεσμούς, να εκφράσει λαϊκή νομιμοποίηση και να θέσει ζήτημα εξουσίας για την επόμενη μέρα της απελευθέρωσης. Αυτό ήταν και το μεγάλο βάρος της ΠΕΕΑ: γεννήθηκε ως διοικητική ανάγκη, αλλά λειτούργησε ταυτόχρονα ως πολιτική δήλωση.
Η ίδρυσή της έγινε σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά σύνθετο. Στην Αθήνα υπήρχε η κατοχική κυβέρνηση, εξαρτημένη από τους Γερμανούς. Στο εξωτερικό υπήρχε η εξόριστη κυβέρνηση, συνδεδεμένη με τους Βρετανούς και τον βασιλικό παράγοντα. Στα βουνά, όμως, υπήρχε μια άλλη πραγματικότητα: περιοχές όπου οι κατοχικές αρχές είχαν χάσει τον έλεγχο, χωριά που λειτουργούσαν με λαϊκές επιτροπές, αντάρτικες μονάδες, τοπική αυτοδιοίκηση, μηχανισμοί δικαιοσύνης και ασφάλειας. Η ΠΕΕΑ ήρθε να δώσει ενιαία πολιτική μορφή σε αυτή την πραγματικότητα.
Στους στόχους της περιλαμβάνονταν η εντατικοποίηση του αγώνα κατά των κατακτητών, η πλήρης εθνική απελευθέρωση, η διατήρηση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, καθώς και η αντιμετώπιση των συνεργατών του κατακτητή. Πίσω όμως από αυτές τις διατυπώσεις υπήρχε και κάτι βαθύτερο: η πρόθεση να διαμορφωθεί μια νέα Ελλάδα, δημοκρατική, λαϊκή, με ευρύτερη συμμετοχή των πολιτών και με διαφορετικές κοινωνικές ισορροπίες από το προπολεμικό κράτος.
Η ΠΕΕΑ προσπάθησε να οργανώσει διοίκηση στις περιοχές που βρίσκονταν υπό ΕΑΜικό έλεγχο. Ασχολήθηκε με ζητήματα επισιτισμού, δικαιοσύνης, παιδείας, ασφάλειας, τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινωνικής οργάνωσης. Δεν είχε φυσικά τις δυνατότητες ενός κανονικού κράτους. Δεν διέθετε σταθερή πρωτεύουσα, πλήρη μηχανισμό, διεθνή αναγνώριση ή ελεύθερη οικονομία. Λειτουργούσε μέσα σε πόλεμο, με μετακινήσεις, πιέσεις, ελλείψεις και συνεχή απειλή από τις δυνάμεις κατοχής. Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξή της έδινε την αίσθηση ότι στην κατεχόμενη Ελλάδα υπήρχε ήδη μια μορφή εναλλακτικής εξουσίας.
Το πιο εντυπωσιακό πολιτικό γεγονός που συνδέθηκε με την ΠΕΕΑ ήταν οι εκλογές για το Εθνικό Συμβούλιο, την άνοιξη του 1944. Σε αυτές συμμετείχαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, εκατοντάδες χιλιάδες έως και πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες, τόσο στις ελεύθερες περιοχές όσο και σε κατεχόμενες πόλεις όπου η διαδικασία έγινε παράνομα. Η μεγάλη τομή ήταν ότι για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία ψήφισαν γυναίκες. Αυτό από μόνο του έκανε τις εκλογές της ΠΕΕΑ ένα γεγονός με τεράστιο συμβολικό βάρος. Σε μια χώρα όπου η πολιτική συμμετοχή ήταν για δεκαετίες ανδρικό προνόμιο, οι γυναίκες εμφανίστηκαν ως πολίτες με φωνή.
Το Εθνικό Συμβούλιο που προέκυψε από αυτή τη διαδικασία συνεδρίασε στους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας. Η εικόνα των αντιπροσώπων από διάφορες περιοχές, κοινωνικές τάξεις και επαγγέλματα έμεινε στη μνήμη του ΕΑΜικού κόσμου ως απόδειξη μιας νέας δημοκρατικής Ελλάδας που γεννιόταν στα βουνά. Αγρότες, εργάτες, διανοούμενοι, κληρικοί, γυναίκες και πρόσωπα της αντίστασης συμμετείχαν σε ένα σώμα που φιλοδοξούσε να εκφράσει τον λαό και όχι μόνο τα παλιά πολιτικά τζάκια. Βέβαια, η διαδικασία δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από τον έλεγχο και την επιρροή του ΕΑΜ. Δεν ήταν ουδέτερες εκλογές σε συνθήκες κανονικότητας. Ήταν όμως μια πρωτοφανής εμπειρία λαϊκής συμμετοχής μέσα σε κατεχόμενη χώρα.
Η ΠΕΕΑ προκάλεσε έντονη ανησυχία στους αντιπάλους του ΕΑΜ. Για την εξόριστη κυβέρνηση και τους Βρετανούς, η «κυβέρνηση του βουνού» φαινόταν ως απειλή δημιουργίας δεύτερου κέντρου εξουσίας. Για τις μη ΕΑΜικές οργανώσεις, ήταν ένδειξη ότι το ΕΑΜ δεν περιοριζόταν στον αγώνα κατά των Γερμανών, αλλά προετοιμαζόταν να κυριαρχήσει πολιτικά μετά την απελευθέρωση. Για τους υποστηρικτές της, αντίθετα, ήταν η φυσική συνέχεια της αντίστασης: αφού ο λαός πολεμούσε και αυτοοργανωνόταν, είχε δικαίωμα να εκπροσωπηθεί και πολιτικά.
Η πορεία της ΠΕΕΑ συνδέθηκε με τις διαπραγματεύσεις για την εθνική ενότητα. Στο Συνέδριο του Λιβάνου, τον Μάιο του 1944, επιχειρήθηκε η συνεννόηση ανάμεσα στις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις, το ΕΑΜ, την εξόριστη κυβέρνηση και τους Βρετανούς. Η ΠΕΕΑ δεν διατηρήθηκε ως ξεχωριστή κυβέρνηση μέχρι την απελευθέρωση με πλήρη ανεξαρτησία. Η λογική της τελικά ενσωματώθηκε στην προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Όμως η πολιτική σύγκρουση που είχε αναδείξει δεν λύθηκε. Απλώς μεταφέρθηκε στην απελευθερωμένη Ελλάδα και θα εκραγεί λίγους μήνες αργότερα στα Δεκεμβριανά.
Η ιστορική σημασία της ΠΕΕΑ βρίσκεται ακριβώς στην ένταση ανάμεσα στο ιδανικό και την πραγματικότητα. Από τη μία, ήταν ένα μεγάλο πείραμα λαϊκής διοίκησης, συμμετοχής και κοινωνικής αλλαγής μέσα στη φωτιά του πολέμου. Από την άλλη, ήταν μέρος της στρατηγικής ενός ισχυρού πολιτικού κινήματος που διεκδικούσε ρόλο εξουσίας και προκαλούσε φόβο στους αντιπάλους του. Δεν ήταν ούτε απλώς ρομαντική δημοκρατία των βουνών ούτε απλώς κομματικός μηχανισμός. Ήταν κάτι πιο σύνθετο: μια απόπειρα να μετατραπεί η Αντίσταση σε πολιτειακή πρόταση.
Η «κυβέρνηση του βουνού» έμεινε στη μνήμη ως σύμβολο μιας Ελλάδας που, ακόμη και μέσα στην Κατοχή, προσπάθησε να οργανώσει ζωή, δικαιοσύνη, διοίκηση και εκπροσώπηση. Για τους ανθρώπους που την έζησαν, σήμαινε ότι η ελευθερία δεν θα ερχόταν μόνο με την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και με τη συμμετοχή του λαού στη διαμόρφωση του μέλλοντός του. Αυτό ήταν το μεγάλο της μήνυμα, αλλά και ο λόγος που προκάλεσε τόσο βαθιά πολιτική σύγκρουση. Η ΠΕΕΑ δεν ήταν μια παρένθεση. Ήταν πρόβα εξουσίας, υπόσχεση αλλαγής και ταυτόχρονα προοίμιο της μεταπολεμικής σύγκρουσης που θα σημάδευε την Ελλάδα για δεκαετίες.



