Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Τάγματα Ασφαλείας: οι ένοπλοι συνεργάτες της Κατοχής

Τα Τάγματα Ασφαλείας υπήρξαν από τους πιο σκοτεινούς σχηματισμούς της Κατοχής. Δημιουργήθηκαν το 1943 από την κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη, με τη στήριξη και την ανοχή των Γερμανών, και λειτούργησαν ως ελληνικά ένοπλα σώματα στην υπηρεσία του κατοχικού μηχανισμού. Ο επίσημος λόγος της ίδρυσής τους ήταν η «αποκατάσταση της τάξης» και η αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής απειλής». Στην πράξη, όμως, αποτέλεσαν δύναμη συνεργασίας με τον κατακτητή και στράφηκαν κυρίως εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των πληθυσμών που τον υποστήριζαν.

Η δημιουργία τους πρέπει να ιδωθεί μέσα στο κλίμα του 1943. Το ΕΑΜ είχε γίνει μαζικό κίνημα, ο ΕΛΑΣ έλεγχε μεγάλα τμήματα της υπαίθρου και οι Γερμανοί καταλάβαιναν ότι η κατοχή δεν μπορούσε να στηριχθεί μόνο στις δικές τους δυνάμεις. Χρειάζονταν Έλληνες συνεργάτες που γνώριζαν τον τόπο, τη γλώσσα, τα χωριά, τις οικογένειες, τις πολιτικές διαδρομές. Τα Τάγματα Ασφαλείας κάλυψαν αυτή την ανάγκη. Δεν ήταν απλώς στρατιωτικό σώμα. Ήταν εργαλείο ελέγχου της κοινωνίας.

Η σύνθεσή τους δεν ήταν ενιαία. Σε αυτά εντάχθηκαν αντικομμουνιστές αξιωματικοί, πρώην στρατιωτικοί, άνθρωποι που είχαν προσωπικές ή πολιτικές συγκρούσεις με το ΕΑΜ, φιλομοναρχικοί, δεξιοί, αλλά και καιροσκόποι, άνεργοι, άνθρωποι που αναζητούσαν προστασία ή εξουσία μέσα στο χάος της Κατοχής. Για κάποιους, η ένταξη είχε ιδεολογικό χαρακτήρα: θεωρούσαν τον κομμουνισμό μεγαλύτερο κίνδυνο από τον ίδιο τον κατακτητή. Για άλλους, ήταν επιλογή επιβίωσης ή συμφέροντος. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν το ίδιο: Έλληνες οπλισμένοι από τον κατοχικό μηχανισμό στράφηκαν εναντίον άλλων Ελλήνων.

Η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας συνδέθηκε με εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, μπλόκα, συλλήψεις, εκτελέσεις, βασανιστήρια και αντίποινα. Σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο και στην Αθήνα, έγιναν φόβητρο για τους πληθυσμούς που θεωρούνταν ύποπτοι για ΕΑΜική δράση. Το όνομα «Γερμανοτσολιάδες», που τους αποδόθηκε από τους αντιπάλους τους, εξέφραζε ακριβώς αυτή την αντίληψη: ότι φορούσαν ελληνική στολή, αλλά υπηρετούσαν γερμανικά συμφέροντα.

Ο ρόλος τους στην Πελοπόννησο υπήρξε ιδιαίτερα βαρύς. Εκεί, οι συγκρούσεις ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τα Τάγματα Ασφαλείας πήραν χαρακτήρα σχεδόν εμφύλιου πολέμου πριν ακόμη φύγουν οι Γερμανοί. Τα Τάγματα συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις σε επιχειρήσεις κατά ανταρτών και χωριών, ενώ η δράση τους προκάλεσε βαθύ μίσος. Η Μάχη του Μελιγαλά, τον Σεπτέμβριο του 1944, έγινε το πιο φορτισμένο σύμβολο αυτής της σύγκρουσης. Ο ΕΛΑΣ νίκησε τη φρουρά των Ταγμάτων, αλλά όσα ακολούθησαν, με εκτελέσεις και σφαγές αιχμαλώτων και αμάχων, έμειναν ως ένα από τα πιο τραυματικά επεισόδια της περιόδου.

Στην Αθήνα, τα Τάγματα Ασφαλείας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα μπλόκα των συνοικιών. Μαζί με γερμανικές δυνάμεις και άλλους συνεργάτες συμμετείχαν σε επιχειρήσεις όπως τα μπλόκα της Κοκκινιάς, της Καλογρέζας και άλλων λαϊκών περιοχών. Εκεί, η γνώση του τοπικού κοινωνικού ιστού ήταν κρίσιμη. Οι καταδότες και οι ένοπλοι συνεργάτες μπορούσαν να δείχνουν πρόσωπα, σπίτια, οικογένειες, μέλη οργανώσεων. Αυτή η πλευρά της δράσης τους έκανε τη μνήμη τους ακόμη πιο μισητή: δεν ήταν ξένοι στρατιώτες· ήταν συχνά άνθρωποι από την ίδια κοινωνία.

Το βασικό τους ιδεολογικό καύσιμο ήταν ο αντικομμουνισμός. Αυτό εξηγεί γιατί, μετά την Απελευθέρωση, η αντιμετώπισή τους υπήρξε αντιφατική. Θεωρητικά ήταν συνεργάτες του κατακτητή. Πρακτικά, όμως, καθώς η σύγκρουση με το ΕΑΜ κλιμακώθηκε και ο Ψυχρός Πόλεμος άρχισε να διαμορφώνεται, αρκετοί από αυτούς αξιοποιήθηκαν ή ενσωματώθηκαν με διάφορους τρόπους στο αντικομμουνιστικό στρατόπεδο. Αυτή η μεταπολεμική συνέχεια υπήρξε καθοριστική για τη μνήμη της Αριστεράς: η αίσθηση ότι πολλοί δωσίλογοι δεν τιμωρήθηκαν όπως έπρεπε, αλλά μετατράπηκαν σε χρήσιμους συμμάχους του κράτους εναντίον των κομμουνιστών.

Τα Τάγματα Ασφαλείας δείχνουν πόσο νωρίς είχε αρχίσει ο ελληνικός εμφύλιος διχασμός. Δεν δημιουργήθηκαν απλώς για να πολεμήσουν τους Γερμανούς, γιατί δεν πολέμησαν τους Γερμανούς. Δημιουργήθηκαν μέσα στην Κατοχή για να χτυπήσουν την εσωτερική αντίσταση, κυρίως την ΕΑΜική. Έτσι, ενώ τυπικά ανήκουν στην ιστορία της Κατοχής, ουσιαστικά ανήκουν και στην προϊστορία του Εμφυλίου. Ήταν η στιγμή όπου ο αντικομμουνισμός έφτασε στο σημείο να συμμαχήσει με τον κατακτητή.

Η ιστορική τους αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι ουδέτερη με την έννοια της ίσης απόστασης. Τα Τάγματα Ασφαλείας υπήρξαν σώματα συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις. Αυτό είναι ο πυρήνας της ύπαρξής τους. Μπορεί κανείς να μελετήσει τα διαφορετικά κίνητρα των μελών τους, τις τοπικές συνθήκες, τον φόβο του κομμουνισμού, τις συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ, αλλά το πολιτικό και ηθικό γεγονός παραμένει: οπλίστηκαν και έδρασαν υπό τον κατοχικό μηχανισμό.

Η μνήμη τους εξακολουθεί να προκαλεί ένταση γιατί αγγίζει το πιο άβολο ερώτημα της Κατοχής: τι γίνεται όταν ο εσωτερικός εχθρός θεωρείται χειρότερος από τον ξένο κατακτητή; Τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν η πιο σκληρή απάντηση αυτού του ερωτήματος. Και γι’ αυτό η ιστορία τους είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε όχι μόνο την Κατοχή, αλλά και το πώς η Ελλάδα πέρασε από την απελευθέρωση στην εμφύλια σύγκρουση.

‹