Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις Μέσης Ανατολής ήταν η στρατιωτική συνέχεια του ελληνικού κράτους μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα. Όταν η ηπειρωτική χώρα κατέρρευσε την άνοιξη του 1941 και η Κρήτη έπεσε λίγο αργότερα, ο ελληνικός πόλεμος δεν τελείωσε. Χιλιάδες αξιωματικοί, στρατιώτες, ναύτες και αεροπόροι πέρασαν στην Αίγυπτο, στην Παλαιστίνη, στη Συρία και γενικότερα στη βρετανικά ελεγχόμενη Μέση Ανατολή. Εκεί, δίπλα στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και υπό συμμαχική διοίκηση, άρχισε η ανασυγκρότηση ενός ελληνικού στρατού μακριά από την κατεχόμενη πατρίδα.
Αυτό το εγχείρημα είχε τεράστια σημασία. Η Ελλάδα είχε χάσει το έδαφός της, αλλά όχι την πολεμική της ιδιότητα. Η παρουσία ελληνικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή σήμαινε ότι η χώρα εξακολουθούσε να ανήκει στο στρατόπεδο των Συμμάχων, ότι η εξόριστη κυβέρνηση διατηρούσε στρατιωτικό βραχίονα και ότι οι Έλληνες μπορούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο σε άλλα μέτωπα. Δεν ήταν αντίσταση με παράνομες οργανώσεις, προκηρύξεις και αντάρτικο στα βουνά. Ήταν η κρατική, εξόριστη, στρατιωτική μορφή της ελληνικής συνέχειας.
Ο πυρήνας αυτών των δυνάμεων σχηματίστηκε από όσους είχαν διαφύγει μετά την κατάρρευση του μετώπου. Άλλοι μεταφέρθηκαν μαζί με τμήματα της κυβέρνησης και του στρατού, άλλοι πέρασαν με δύσκολες διαδρομές μέσω Τουρκίας ή θαλάσσης, άλλοι προέρχονταν από τις ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου και της Μέσης Ανατολής. Στην αρχή, η κατάσταση ήταν χαοτική. Έλειπαν όπλα, υλικό, ενιαία διοίκηση και ξεκάθαρος σχεδιασμός. Σταδιακά όμως, με βρετανική υποστήριξη, συγκροτήθηκαν μονάδες στρατού ξηράς, ναυτικού και αεροπορίας.
Ο Ελληνικός Στρατός Μέσης Ανατολής οργανώθηκε σε ταξιαρχίες και μονάδες που εκπαιδεύτηκαν με βρετανικό εξοπλισμό. Παράλληλα, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό συνέχισε ενεργά τον πόλεμο. Πλοία που είχαν διαφύγει από την Ελλάδα ή είχαν ενταχθεί στις συμμαχικές επιχειρήσεις έδρασαν στη Μεσόγειο, συνοδεύοντας νηοπομπές, συμμετέχοντας σε επιχειρήσεις και κρατώντας την ελληνική σημαία στη θάλασσα. Η ελληνική αεροπορία ανασυγκροτήθηκε επίσης, με μοίρες που πολέμησαν στη Βόρεια Αφρική, στη Μεσόγειο και αργότερα στην Ιταλία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε και ο Ιερός Λόχος, η επίλεκτη μονάδα ειδικών επιχειρήσεων υπό τον Χριστόδουλο Τσιγάντε. Η ύπαρξή του δείχνει το εύρος των ελληνικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής: από κανονικές στρατιωτικές μονάδες μέχρι καταδρομικά σώματα, ναυτικές δυνάμεις και αεροπορικές μοίρες. Οι Έλληνες της εξορίας δεν περιορίστηκαν σε συμβολική συμμετοχή. Πολέμησαν σε πραγματικά μέτωπα, συχνά σε δύσκολες συνθήκες και με σημαντικό επιχειρησιακό ρόλο.
Η Βόρεια Αφρική υπήρξε ένα από τα βασικά πεδία δράσης. Εκεί οι ελληνικές δυνάμεις εντάχθηκαν στον ευρύτερο συμμαχικό αγώνα κατά των δυνάμεων του Άξονα. Η παρουσία τους είχε και στρατιωτικό και ηθικό βάρος. Για τους Έλληνες στρατιώτες, η συμμετοχή στον πόλεμο από την Αίγυπτο ή την Παλαιστίνη ήταν τρόπος να συνεχίσουν τον αγώνα του 1940-41. Για την εξόριστη κυβέρνηση, ήταν απόδειξη νομιμότητας. Για τους Συμμάχους, ήταν χρήσιμη δύναμη σε ένα κρίσιμο θέατρο επιχειρήσεων.
Ωστόσο, οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις Μέσης Ανατολής δεν ήταν απαλλαγμένες από πολιτικές συγκρούσεις. Αντίθετα, έγιναν ένα από τα πιο έντονα πεδία του ελληνικού διχασμού στην εξορία. Βασιλικοί, βενιζελικοί, δημοκρατικοί, αριστεροί και φιλοΕΑΜικοί στρατιωτικοί συνυπήρχαν δύσκολα. Η Κατοχή στην Ελλάδα, η άνοδος του ΕΑΜ, η αμφισβήτηση του βασιλιά και το ζήτημα της μεταπολεμικής εξουσίας περνούσαν αναπόφευκτα και μέσα στα στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής. Οι στρατιώτες δεν ήταν αποκομμένοι από την πολιτική. Ήξεραν ότι πολεμούσαν για την απελευθέρωση, αλλά διαφωνούσαν βαθιά για το ποια Ελλάδα θα επέστρεφε μετά.
Οι εντάσεις κορυφώθηκαν με τα κινήματα και τις στάσεις στις ελληνικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, ιδίως το 1944. Πολλοί στρατιώτες και ναύτες ζητούσαν κυβέρνηση εθνικής ενότητας, αναγνώριση του ρόλου του ΕΑΜ και απομάκρυνση φιλοβασιλικών επιρροών. Η βρετανική διοίκηση και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση αντιμετώπισαν αυτά τα κινήματα ως σοβαρή απειλή πειθαρχίας και πολιτικού ελέγχου. Η καταστολή τους οδήγησε σε φυλακίσεις, εκκαθαρίσεις και αναδιοργάνωση των ελληνικών μονάδων. Έτσι, οι δυνάμεις της Μέσης Ανατολής έγιναν μικρογραφία της μεγάλης ελληνικής σύγκρουσης που θα ξεσπούσε ανοιχτά μετά την Απελευθέρωση.
Παρά τις εσωτερικές κρίσεις, η συνολική τους συμβολή στον πόλεμο ήταν σημαντική. Το ελληνικό ναυτικό συνέχισε να επιχειρεί, η αεροπορία πολέμησε στο πλευρό των Συμμάχων, ο Ιερός Λόχος διακρίθηκε στις ειδικές επιχειρήσεις και ελληνικές μονάδες συμμετείχαν στην απελευθέρωση νησιών και σε συμμαχικές αποστολές. Η παρουσία τους υπενθύμιζε ότι η Ελλάδα δεν ήταν μόνο κατεχόμενη χώρα με αντιστασιακές οργανώσεις στο εσωτερικό. Ήταν και σύμμαχος που συνέχιζε θεσμικά τον πόλεμο εκτός συνόρων.
Μετά την Απελευθέρωση, οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις Μέσης Ανατολής αποτέλεσαν μέρος του στρατιωτικού και πολιτικού προβλήματος της νέας Ελλάδας. Ποιοι θα επέστρεφαν; Ποιοι θα θεωρούνταν αξιόπιστοι; Ποιοι είχαν επηρεαστεί από το ΕΑΜ; Ποιοι θα στελέχωναν τον μεταπολεμικό στρατό; Αυτά τα ερωτήματα δεν ήταν τεχνικά. Ήταν βαθιά πολιτικά. Ο στρατός που είχε ανασυγκροτηθεί στην εξορία θα γινόταν ένας από τους βασικούς πυλώνες του κράτους στον Εμφύλιο και στη μεταπολεμική περίοδο.
Η ιστορία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων Μέσης Ανατολής είναι απαραίτητη για να δούμε ολόκληρη την εικόνα του ελληνικού πολέμου. Από τη μία υπήρχε η κατεχόμενη Ελλάδα, με το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, τον ΕΔΕΣ, τις μυστικές οργανώσεις, τα μπλόκα, τις εκτελέσεις και την καθημερινή αντίσταση. Από την άλλη υπήρχε η εξόριστη Ελλάδα, με κυβέρνηση, στρατό, πλοία, αεροπλάνα, στρατόπεδα, πολιτικές κρίσεις και συμμαχικές επιχειρήσεις. Και οι δύο ήταν πραγματικές. Και οι δύο διεκδικούσαν να εκπροσωπήσουν το έθνος.
Οι δυνάμεις της Μέσης Ανατολής δεν έχουν πάντα την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη με τους αντάρτες των βουνών ή τους εκτελεσμένους της Κατοχής. Όμως χωρίς αυτές, η ελληνική συμμετοχή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μένει μισή. Ήταν ο στρατός της Ελλάδας που συνέχισε να υπάρχει όταν η Ελλάδα δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως ελεύθερο κράτος. Ένας στρατός στην εξορία, γεμάτος ηρωισμό, αντιφάσεις, πολιτικές εντάσεις και πραγματική πολεμική δράση. Και γι’ αυτό αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο της ελληνικής αντίστασης στον Άξονα.



