Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αναδεικνύει μια κρίσιμη διαφορά στην εξωτερική πολιτική: άλλο η νομική εγκυρότητα μιας συμφωνίας και άλλο η δυνατότητα μιας χώρας να την επιβάλει στην πράξη. Η ελληνική θέση ότι το μνημόνιο είναι παράνομο και ανυπόστατο δεν απαντά, από μόνη της, στο ζήτημα της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς η Ελλάδα μπορεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της, όταν η Άγκυρα συνδυάζει τη διπλωματική παρουσία με τη στρατιωτική πίεση.
Η κύρωση και η επιρροή είναι διαφορετικά ζητήματα
Η κύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή πλευρά παρουσιάζεται ως πολιτικοδιπλωματική επιτυχία της Τουρκίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αίρονται οι ελληνικές ενστάσεις για τη νομιμότητά του. Η διάκριση έχει σημασία: μια συμφωνία μπορεί να εξακολουθεί να αμφισβητείται νομικά, αλλά οι κινήσεις για την εφαρμογή της να δημιουργούν πρακτικές προκλήσεις. Σύμφωνα με την ανάλυση που αναπτύσσεται, η Αθήνα είχε επενδύσει επί χρόνια στις σχέσεις της με την ανατολική Λιβύη, επιδιώκοντας να αποτρέψει την κύρωση. Η εξέλιξη αυτή αξιολογείται, επομένως, ως αποτυχία της συγκεκριμένης ελληνικής επιδίωξης.
Από την αντιπαράθεση στη συνεννόηση με τη Λιβύη
Η τουρκική προσέγγιση προς την πλευρά του Haftar αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αλλαγής συσχετισμών. Η Τουρκία είχε παρέμβει στρατιωτικά εναντίον των δυνάμεών του την περίοδο 2019–2020, συμβάλλοντας στην αποτυχία της προσπάθειάς τους να ελέγξουν την Τρίπολη. Παρ’ όλα αυτά, κατά την εκτίμηση που διατυπώνεται, κατάφερε στη συνέχεια να αναπτύξει σχέσεις και με την ανατολική Λιβύη, διατηρώντας παράλληλα δεσμούς με τη δυτική. Το βασικό δίδαγμα είναι ότι οι παλιές αντιπαλότητες δεν αποκλείουν νέες συνεργασίες, όταν υπάρχουν συμφέροντα που τις ευνοούν.
Η Ελλάδα χρειάζεται πρωτοβουλίες, όχι μόνο αντιδράσεις
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται ο χρόνος λήψης των ελληνικών αποφάσεων. Η επέκταση των χωρικών υδάτων νοτίως και δυτικά της Κρήτης, η ολοκλήρωση της οριοθέτησης με την Αίγυπτο και η οριοθέτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία προβάλλονται ως ζητήματα που θα έπρεπε να εξετάζονται με αυτοτελή στρατηγική. Το ερώτημα είναι γιατί τέτοιες δυνατότητες επανέρχονται κυρίως μετά από μια τουρκική κίνηση. Η προτεινόμενη κατεύθυνση είναι σαφής: η ελληνική πολιτική να μη διαμορφώνεται αποκλειστικά ως απάντηση στις πρωτοβουλίες της Άγκυρας.
Τα δώδεκα μίλια ως πρόταση αποτροπής
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για το ενδεχόμενο τουρκικού νομοσχεδίου που θα ενσωματώνει διεκδικήσεις της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας». Ως πιθανό αποτρεπτικό εργαλείο προτείνεται η αξιόπιστη προβολή της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Πρόκειται για πρόταση πολιτικής πίεσης και όχι για ειλημμένη απόφαση ή βέβαιη λύση. Το σκεπτικό της είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να επιχειρήσει να αποτρέψει μια δυσμενή εξέλιξη πριν αυτή αποκτήσει θεσμική μορφή, αντί να περιοριστεί σε καταδίκες αφού συμβεί.
Το πραγματικό τεστ βρίσκεται στη θάλασσα
Η υπόθεση της πόντισης καλωδίου τον Ιούλιο του 2024 χρησιμοποιείται ως παράδειγμα της απόστασης ανάμεσα στις διπλωματικές θέσεις και στην επιχειρησιακή δυνατότητα εφαρμογής τους. Η βασική εκτίμηση είναι ότι η Τουρκία εμφανίζεται διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική πίεση, ακόμη και να διακινδυνεύσει σύγκρουση, για να επιβάλει τις θέσεις της. Αυτό αποτελεί εκτίμηση για την τουρκική στάση, όχι βεβαιότητα για επικείμενο πόλεμο. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι οι δηλώσεις υποστήριξης τρίτων χωρών δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με παρουσία και προστασία στο πεδίο.
Οι αμερικανικές δηλώσεις και τα ενεργειακά έργα
Η αμερικανική στάση αξιολογείται σε δύο επίπεδα: αφενός ως προς την κριτική στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και αφετέρου ως προς τις προτροπές να επιλύσουν Ελλάδα και Τουρκία τις διαφορές τους. Ιδιαίτερη επιφύλαξη εκφράζεται για τη σύνδεση της συνεννόησης με επενδύσεις και ενεργειακές έρευνες. Η αναφορά σε καλώδιο οπτικών ινών, για το οποίο φέρεται να έχουν εκδοθεί άδειες και από τις δύο χώρες, δημιουργεί προβληματισμό μήπως παρόμοια προσέγγιση επιδιωχθεί και για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Αυτό παρουσιάζεται ως ενδεχόμενο, όχι ως επιβεβαιωμένο σχέδιο.
Οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ έχουν περισσότερες όψεις
Μια πιθανή κυβερνητική αλλαγή στο Ισραήλ εκτιμάται ότι θα μπορούσε να μετριάσει τη ρητορική απέναντι στην Τουρκία, χωρίς απαραίτητα να αλλάξει τις βασικές στρατηγικές διαφορές τους, ιδιαίτερα στη Συρία. Ταυτόχρονα, επισημαίνεται ότι η πολιτική αντιπαράθεση συνυπάρχει με οικονομικές συναλλαγές. Αυτή η αντίφαση υπενθυμίζει πως οι διεθνείς σχέσεις δεν χωρίζονται εύκολα σε μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Για την Ελλάδα, το κεντρικό ζητούμενο παραμένει ο συνδυασμός νομικής τεκμηρίωσης, διπλωματικής επιρροής και πρακτικής ετοιμότητας.
Σας φάνηκαν ενδιαφέροντα αυτά τα ζητήματα; Αν το άρθρο σάς βοήθησε, μπορείτε να το μοιραστείτε και να περιηγηθείτε στην ιστοσελίδα για περισσότερα σχετικά θέματα.


