
* του Κώστα Σαρικά
Η συγκεκριμένη τουρκική κίνηση στο Αιγαίο δεν είναι μεμονωμένη. Τα τελευταία χρόνια, κάθε έργο υποθαλάσσιας υποδομής – είτε πρόκειται για καλώδια επικοινωνιών είτε για ενεργειακές διασυνδέσεις – αντιμετωπίζεται από την Άγκυρα ως ευκαιρία προβολής διεκδικήσεων, ακόμη και όταν οι δραστηριότητες εξελίσσονται σε περιοχές όπου ισχύουν ελευθερίες ναυσιπλοΐας και δεν τίθεται θέμα «κυριαρχίας» με τον τρόπο που επιχειρεί να το παρουσιάσει. Αντίστοιχες περιπτώσεις «σκίασης» πλοίων και προσπάθειας δημιουργίας γκρίζων ζωνών έχουν καταγραφεί και στο πρόσφατο παρελθόν σε επιχειρήσεις πόντισης καλωδίων/ερευνών, με παρουσία μονάδων των δύο Ναυτικών.
Στην Αθήνα, η αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών κινείται σε δύο άξονες: επιχειρησιακή επιτήρηση στο πεδίο – ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια των εργασιών και η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας – και διπλωματική εγρήγορση, με στόχο να αποτρέπεται η «κανονικοποίηση» των τουρκικών ισχυρισμών. Η παρουσία μονάδας του ΠΝ στην περιοχή λειτουργεί ως σαφές μήνυμα ότι η Ελλάδα παρακολουθεί κάθε κίνηση και δεν θα επιτρέψει παρεμπόδιση νόμιμων δραστηριοτήτων.
Το μήνυμα της σημερινής πρόκλησης είναι σαφές: η Άγκυρα επιχειρεί να επαναφέρει, σε διαφορετικό «πεδίο», την αμφισβήτηση στο Αιγαίο, μεταφέροντας την ένταση από τις παραβιάσεις/παραβάσεις στον αέρα σε κινήσεις στη θάλασσα, πάνω σε ένα θέμα ιδιαίτερα ευαίσθητο για την οικονομία και την ασφάλεια – τις κρίσιμες υποθαλάσσιες υποδομές.
