Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης: Η εθνικιστική αντιστασιακή οργάνωση της Δυτικής Μακεδονίας

Η Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης, γνωστή ως ΕΚΑ, ήταν μια μικρότερη αλλά χαρακτηριστική αντιστασιακή οργάνωση της Κατοχής, που έδρασε στη Δυτική Μακεδονία. Η ιστορία της είναι σημαντική όχι τόσο λόγω της έκτασης της δράσης της, όσο επειδή αποτυπώνει τις έντονες αντιθέσεις που αναπτύχθηκαν μέσα στο ίδιο το αντιστασιακό στρατόπεδο. Στην περίπτωσή της, ο αγώνας κατά των κατακτητών συνυπήρξε με τοπικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, κυρίως απέναντι στον ΕΛΑΣ.

Η ΕΚΑ είχε εθνικιστικό χαρακτήρα. Στρατιωτικός ηγέτης της υπήρξε ο ταγματάρχης Χρήστος Παπαβασιλείου, γνωστός και ως Γρανιτσιώτης, ενώ πολιτικός ηγέτης ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Γκέκας, μέλος των ΥΒΕ και αργότερα της ΠΑΟ. Η σύνδεση αυτή δείχνει ότι η οργάνωση βρισκόταν στον ευρύτερο χώρο των μη εαμικών και αντικομμουνιστικών αντιστασιακών σχηματισμών της Βόρειας Ελλάδας.

Η ίδρυση της ΕΚΑ συνδέθηκε με την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα αντίβαρο στην παρουσία ανταρτών του ΕΛΑΣ στο βουνό του Ολύμπου. Η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας ήταν ιδιαίτερα σύνθετη κατά την Κατοχή. Υπήρχαν κατοχικές δυνάμεις, τοπικές οικονομικές πιέσεις, εθνοτικές και πολιτικές εντάσεις, καθώς και διαφορετικές αντιστασιακές οργανώσεις που διεκδικούσαν επιρροή. Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΑ δεν εμφανίστηκε απλώς ως οργάνωση εναντίον των κατακτητών, αλλά και ως αντίδραση απέναντι στην αυξανόμενη δύναμη του ΕΛΑΣ.

Η οργάνωση ιδρύθηκε στην Κοζάνη. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, εξέφρασε αρχικά την αντίδραση ντόπιων εμπόρων απέναντι στα διόδια ή τις εισφορές που πλήρωναν στους αντάρτες του ΕΛΑΣ για τα εμπορεύματά τους όταν περνούσαν από περιοχές όπου ο ΕΛΑΣ είχε επιβάλει το δικό του «αντάρτικο δίκαιο». Αυτό το στοιχείο είναι αποκαλυπτικό. Η αντίσταση δεν ήταν μόνο ιδεολογία και ένοπλη δράση. Ήταν και έλεγχος δρόμων, μεταφορών, οικονομικών πόρων και τοπικής εξουσίας. Όποιος ήλεγχε τα περάσματα, μπορούσε να επιβάλει κανόνες.

Πέρα από εμπόρους, η ΕΚΑ προσέλκυσε πρώην αξιωματικούς και εθνικιστές. Αυτό της έδωσε έναν πιο καθαρό πολιτικό και στρατιωτικό προσανατολισμό. Η παρουσία αξιωματικών πρόσφερε εμπειρία και κύρος, ενώ η εθνικιστική της βάση την έφερνε σε αντίθεση με την αριστερή και εαμική επιρροή που αναπτυσσόταν στην περιοχή. Όπως και άλλες μη εαμικές οργανώσεις, η ΕΚΑ βρέθηκε γρήγορα ανάμεσα σε δύο μέτωπα: από τη μία τον κατακτητή, από την άλλη τον ανταγωνισμό με τον ΕΛΑΣ.

Παρά τις αντιθέσεις, υπήρξε περίοδος συνεργασίας. Μετά τις επιτυχίες του ΕΛΑΣ στην περιοχή την άνοιξη του 1943, αποφασίστηκε συνεργασία ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και την ΕΚΑ. Οι δύο πλευρές έδωσαν μάχες από κοινού εναντίον των κατακτητών. Αυτό δείχνει ότι οι αντιστασιακές οργανώσεις δεν ήταν πάντα σε μόνιμη και απόλυτη σύγκρουση. Υπήρχαν στιγμές όπου η ανάγκη της κοινής δράσης υπερίσχυε των πολιτικών διαφορών.

Η συνεργασία, όμως, δεν κράτησε. Οι διαφωνίες αποδείχθηκαν βαθύτερες. Οι πηγές αναφέρουν ως βασικές αιτίες τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο οι δύο πλευρές αντιμετώπιζαν τις επιθέσεις και τον ένοπλο αγώνα, αλλά και τη στάση τους απέναντι στους Σλαβομακεδόνες της περιοχής. Το ζήτημα αυτό ήταν εξαιρετικά ευαίσθητο στη Δυτική Μακεδονία, όπου η Κατοχή ενεργοποίησε παλιές εθνικές, γλωσσικές και πολιτικές εντάσεις. Για τις εθνικιστικές οργανώσεις, η στάση απέναντι στους σλαβόφωνους πληθυσμούς είχε ιδιαίτερη σημασία. Για τον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ, τα πράγματα εντάσσονταν σε διαφορετικό ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο.

Η τελική σύγκρουση ανάμεσα στην ΕΚΑ και τον ΕΛΑΣ ξεκίνησε από την περιοχή της Καστοριάς και επεκτάθηκε. Οι σχέσεις των δύο οργανώσεων πέρασαν από τη συνεργασία στην ανοιχτή ένοπλη αντιπαράθεση. Μέλη της ΕΚΑ εκτέλεσαν τον Σίμο Κερασίδη, μέλος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, τον Λάζαρο Ζησιάδη, γνωστό και ως Τερπόφσκι, καθώς και άλλα πέντε μέλη του ΚΚΕ. Οι εκτελέσεις αυτές παρουσιάζονται ως αντεκδίκηση για εκτελέσεις αξιωματικών της οργάνωσης από τον ΕΛΑΣ.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, το ΚΚΕ αντιμετώπισε την ΕΚΑ ως θανάσιμο αντίπαλο. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν, και τελικά ο ΕΛΑΣ επικράτησε. Η ΕΚΑ πέρασε στην αφάνεια, όπως συνέβη και με αρκετές άλλες μικρότερες μη εαμικές οργανώσεις που δεν κατάφεραν να αντέξουν απέναντι στη στρατιωτική και οργανωτική υπεροχή του ΕΛΑΣ στις περιοχές όπου εκείνος κυριαρχούσε.

Η ιστορία της Ένωσης Κοινωνικής Αμύνης είναι δύσκολη, γιατί δεν χωρά σε απλή ηρωική αφήγηση. Ήταν αντιστασιακή οργάνωση, αλλά η πορεία της σημαδεύτηκε κυρίως από την αντιπαράθεσή της με άλλη αντιστασιακή δύναμη. Ανήκε στον εθνικιστικό χώρο, είχε τοπική κοινωνική βάση, συγκρούστηκε με τον ΕΛΑΣ και τελικά χάθηκε μέσα στη δίνη των εσωτερικών συγκρούσεων της Κατοχής.

Η σημασία της βρίσκεται ακριβώς εκεί. Η ΕΚΑ δείχνει ότι η Εθνική Αντίσταση δεν ήταν ενιαία, ούτε απαλλαγμένη από ανταγωνισμούς εξουσίας. Στη Δυτική Μακεδονία, όπου συνυπήρχαν κατοχική βία, εθνοτικές ανησυχίες, οικονομικά συμφέροντα και πολιτική πόλωση, η αντίσταση πήρε συχνά σκληρές και αντιφατικές μορφές. Η Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης υπήρξε μία από αυτές: μικρή σε μέγεθος, αλλά αποκαλυπτική για το πόσο περίπλοκη ήταν η Ελλάδα της Κατοχής.

‹