Η Υβόννη ήταν μια ελληνική αντιστασιακή οργάνωση πληροφοριών που έδρασε στην τελική φάση της Κατοχής. Δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 1944, με στόχο τη συλλογή και διοχέτευση πληροφοριών προς το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Αντικατέστησε την οργάνωση Απόλλων, η οποία είχε προηγουμένως αναπτύξει σημαντική δράση στον ίδιο χώρο. Παρά τη σχετικά σύντομη ζωή της, η Υβόννη θεωρήθηκε από τους Βρετανούς ένα από τα πιο αξιόλογα δίκτυα πληροφοριών στην Ελλάδα.
Ιδρυτής της οργάνωσης ήταν ο Ιωάννης Πελτέκης. Στο δίκτυο συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Κωνσταντίνος Μπενάκης, ο Γεώργιος Παππάς, ο Στέφανος Δούκας, ο Διονύσης Βέρος, ο Βασίλειος Τούσης, ο Ερρίκος Μοάτσος και άλλοι. Η σύνθεση αυτή δείχνει ότι η Υβόννη δεν ήταν πρόχειρη ομάδα λίγων ανθρώπων, αλλά οργανωμένο δίκτυο με πολλαπλές επαφές και υποτομείς.
Ο αριθμός των μελών της δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 350 έως 700 άτομα. Η δυσκολία αυτή οφείλεται στον τρόπο οργάνωσης του δικτύου. Κάθε υποτομέας είχε οργανωτική αυτοτέλεια για λόγους ασφαλείας. Αυτό ήταν συνηθισμένο σε μυστικές οργανώσεις πληροφοριών. Όσο λιγότερα γνώριζε κάθε τμήμα για τα υπόλοιπα, τόσο μικρότερη ήταν η ζημιά σε περίπτωση σύλληψης ή προδοσίας.
Η Υβόννη είχε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον τομέα των ναυτικών και αεροπορικών πληροφοριών. Αυτό ήταν κρίσιμο για τους Συμμάχους. Το 1944, η έκβαση του πολέμου είχε πλέον αρχίσει να γέρνει εναντίον του Άξονα, όμως οι πληροφορίες από την κατεχόμενη Ελλάδα εξακολουθούσαν να έχουν μεγάλη σημασία. Οι κινήσεις πλοίων, οι αεροπορικές εγκαταστάσεις, οι μεταφορές, τα λιμάνια και οι γερμανικές υποδομές μπορούσαν να επηρεάσουν συμμαχικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η δουλειά ενός τέτοιου δικτύου ήταν επικίνδυνη και αθόρυβη. Τα μέλη του έπρεπε να παρατηρούν, να καταγράφουν, να μεταφέρουν και να επιβεβαιώνουν πληροφορίες χωρίς να τραβούν την προσοχή των κατοχικών αρχών. Μια πληροφορία για την αναχώρηση ενός πλοίου ή για τη χρήση ενός αεροδρομίου μπορούσε να έχει τεράστια αξία. Ταυτόχρονα, μια απροσεξία μπορούσε να οδηγήσει στη σύλληψη όχι μόνο ενός προσώπου, αλλά ολόκληρης αλυσίδας συνεργατών.
Η αντικατάσταση του Απόλλωνα από την Υβόννη δείχνει και τη συνέχεια των ελληνικών δικτύων πληροφοριών. Στη διάρκεια της Κατοχής, πολλές οργανώσεις άλλαζαν μορφή, όνομα ή δομή, είτε λόγω εξαρθρώσεων είτε λόγω ανάγκης καλύτερης ασφάλειας. Όταν ένα δίκτυο γινόταν γνωστό ή δεχόταν πλήγματα, έπρεπε να ανασυγκροτηθεί με νέα ονομασία και νέα μέτρα προστασίας. Η Υβόννη ήταν μέρος αυτής της προσαρμογής.
Παρά τα μέτρα ασφαλείας, η οργάνωση δέχθηκε σοβαρά πλήγματα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, προδοσίες οδήγησαν σε συλλήψεις και εκτελέσεις. Το μεγαλύτερο χτύπημα ήρθε το καλοκαίρι του 1944, όταν πολλά μέλη της οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το γεγονός αυτό πρακτικά διέλυσε την οργάνωση. Η κατάρρευσή της δείχνει πόσο ευάλωτα ήταν ακόμη και τα καλύτερα οργανωμένα δίκτυα πληροφοριών.
Η τραγωδία της Υβόννης είναι ότι έδρασε σε μια στιγμή που η Απελευθέρωση πλησίαζε. Το καλοκαίρι του 1944, η Γερμανία βρισκόταν ήδη σε υποχώρηση σε πολλά μέτωπα, όμως στην κατεχόμενη Ελλάδα η καταστολή παρέμενε σκληρή. Οι γερμανικές αρχές, οι συνεργάτες τους και τα δίκτυα πληροφοριοδοτών εξακολουθούσαν να είναι θανάσιμα επικίνδυνα. Για πολλά μέλη της Αντίστασης, οι τελευταίοι μήνες της Κατοχής ήταν εξίσου φονικοί με τους προηγούμενους.
Η Υβόννη δεν είναι από τις οργανώσεις που έχουν περάσει έντονα στη δημόσια μνήμη. Δεν είχε αντάρτικα σώματα, θεαματικές μάχες ή πολιτική μαζικότητα. Είχε όμως έναν ρόλο που οι Σύμμαχοι εκτιμούσαν ιδιαίτερα: τη συλλογή αξιόπιστων πληροφοριών. Στον πόλεμο, η πληροφορία μπορεί να είναι όπλο. Και η Υβόννη υπήρξε ένα από τα δίκτυα που χειρίστηκαν αυτό το όπλο μέσα στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Η ιστορία της θυμίζει ότι η Αντίσταση δεν ήταν μόνο ορατές πράξεις ηρωισμού. Ήταν και άνθρωποι που παρακολουθούσαν λιμάνια, αεροδρόμια και κινήσεις στρατευμάτων, που μετέφεραν μηνύματα, που δούλευαν μέσα σε μικρούς κλειστούς πυρήνες και που συχνά χάθηκαν χωρίς μεγάλη δημόσια αναγνώριση. Η Υβόννη υπήρξε ένα τέτοιο δίκτυο: αθόρυβο, επικίνδυνο και πολύτιμο.



