
Η στρατηγική σχέση Ελλάδας και Ισραήλ έχει πλέον ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας τυπικής διμερούς αμυντικής συνεργασίας. Κοινές ασκήσεις, συνεκπαιδεύσεις υψηλής δυσκολίας, μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, συνεργασία στην κυβερνοάμυνα, στα μη επανδρωμένα συστήματα αλλά και στον κρίσιμο τομέα των στρατιωτικών πληροφοριών συνθέτουν ένα πλέγμα σχέσεων το οποίο η Άγκυρα δεν μπορεί να αγνοήσει στον επιχειρησιακό της σχεδιασμό.
Τι πραγματικά φοβάται η Τουρκία
Για την Άγκυρα, επομένως, το πρόβλημα δεν είναι ότι σε μια ελληνοτουρκική κρίση το Ισραήλ θα βρεθεί αυτομάτως στρατιωτικά στο πλευρό της Ελλάδας. Δεν υπάρχει τέτοια συμμαχική ρήτρα και θα ήταν λανθασμένο να θεωρείται δεδομένη οποιαδήποτε άμεση ισραηλινή στρατιωτική εμπλοκή.
Το πραγματικό πρόβλημα για τον τουρκικό σχεδιασμό είναι το ενδεχόμενο η Ελλάδα να διαθέτει καλύτερη εικόνα του πεδίου, προηγμένα ισραηλινά συστήματα, τεχνογνωσία ηλεκτρονικού πολέμου και anti-drone επιχειρήσεων, δικτυωμένη αεράμυνα, δυνατότητες βαθιών πληγμάτων και στελέχη που έχουν εκπαιδευτεί μαζί με μία από τις πλέον έμπειρες πολεμικές μηχανές παγκοσμίως.
Είναι, επίσης, η αβεβαιότητα σχετικά με το πόσο βαθιά μπορεί να φτάνει σε περίπτωση κρίσης η συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών. Εάν ο τουρκικός σχεδιασμός δεν γνωρίζει ποια ελληνικά δεδομένα προέρχονται αποκλειστικά από ελληνικούς αισθητήρες και ποια ενδεχομένως μπορούν να εμπλουτιστούν από φίλιες πηγές, είναι υποχρεωμένος να σχεδιάζει με βάση το δυσμενέστερο σενάριο.
Ο νέος παράγοντας στην εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου
Η Αθήνα δεν επιδιώκει να μετατρέψει τη σχέση με το Ισραήλ σε αντιτουρκικό στρατιωτικό άξονα. Η ίδια η επίσημη ελληνική θέση αντιμετωπίζει τη συνεργασία ως παράγοντα ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως από καθαρά στρατιωτική σκοπιά, οι συνέπειες για την Τουρκία είναι συγκεκριμένες.
Οι επιπλέον δυνατότητες ISR αυξάνουν την επίγνωση της κατάστασης. Κάθε κοινή άσκηση αυξάνει την επιχειρησιακή εμπειρία, κάθε νέο ισραηλινό σύστημα προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα που πρέπει να αντιμετωπιστεί και ενώ η διασύνδεση των αισθητήρων με τα όπλα μειώνει τον χρόνο αντίδρασης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα επιχειρεί να περάσει από την κατοχή ισχυρών οπλικών συστημάτων στη δημιουργία ενός δικτυκεντρικού συστήματος μάχης, στο οποίο πληροφορία, αισθητήρας, κέντρο διοίκησης και όπλο λειτουργούν ως ενιαία αλυσίδα. Και σε αυτή τη μετάβαση το Ισραήλ εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς εταίρους της Αθήνας.
Για την Τουρκία αυτό σημαίνει ότι σε κάθε μελλοντική κρίση στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα αρκεί πλέον να υπολογίζει μόνο τα οπλικά συστήματα και τις δυνατότητες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και το γεγονός ότι θα έχει πολύτιμη βοήθεια από μια χώρα που έχει παραστάσεις κρίσεων και συγκρούσεων όσο ίσως καμία άλλη παγκοσμίως.


