Στην ιστορία της Ελληνικής Αντίστασης, η λέξη «αγώνας» συνήθως φέρνει στον νου αντάρτες, σαμποτάζ, μάχες και παράνομες οργανώσεις. Όμως η Κατοχή δεν ήταν μόνο στρατιωτική σύγκρουση. Ήταν πείνα, διώξεις, αρρώστιες, ορφανά παιδιά, άστεγοι, οικογένειες χωρίς εισόδημα, άνθρωποι κυνηγημένοι για τις ιδέες ή τη δράση τους. Μέσα σε αυτή τη σκοτεινή πραγματικότητα, η Εθνική Αλληλεγγύη υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές οργανώσεις κοινωνικής πρόνοιας της Αντίστασης.
Η Εθνική Αλληλεγγύη ιδρύθηκε στις 28 Μαΐου 1941, μόλις έναν μήνα μετά την έναρξη της Κατοχής στην Ελλάδα. Η ίδρυσή της αποφασίστηκε από τους Παντελή Καραγκίτση, Λευτέρη Αποστόλου και Αριστοτέλη Μπούρα, ο οποίος είχε δραπετεύσει από τον τόπο εξορίας του, όπου βρισκόταν λόγω του προπολεμικού καθεστώτος Μεταξά. Η συνάντηση για την ίδρυση έγινε σε ένα πάρκο πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία», σε μια Αθήνα που έμπαινε πλέον στην πιο σκληρή περίοδο της νεότερης ιστορίας της.
Η οργάνωση υπήρξε η πρώτη πανεθνική αντιστασιακή ομάδα που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Τα ιδρυτικά της μέλη ήταν ο Κλέων Παπαλοΐζος, που εκλέχθηκε και γραμματέας, ο Βασίλειος Μαρκεζίνης, η Διονυσία Παπαδομιχελάκη, ο Νίκος Δρέσιος, ο Γεώργιος Βασιλόπουλος και ο Σπύρος Αντύπας. Από την αρχή, ο σκοπός της δεν ήταν απλώς πολιτικός ή οργανωτικός. Ήταν βαθιά κοινωνικός: να στηρίξει ανθρώπους που βρέθηκαν εκτεθειμένοι στην πείνα, στη φτώχεια, στις διώξεις και στη βία της Κατοχής.
Τον Σεπτέμβριο του 1941, η Εθνική Αλληλεγγύη συμμετείχε ως ιδρυτική δύναμη στη δημιουργία του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, του ΕΑΜ. Από εκεί και πέρα λειτούργησε ως βασικό παρακλάδι του, αναλαμβάνοντας τον κρίσιμο τομέα της κοινωνικής φροντίδας. Για τον ρόλο της στη σίτιση και στη στήριξη του πληθυσμού, απέκτησε το χαρακτηριστικό προσωνύμιο «η Μητέρα του Αγώνα».
Το όνομα αυτό δεν ήταν υπερβολή. Η Εθνική Αλληλεγγύη ανέλαβε έργο που κάλυπτε σχεδόν κάθε πλευρά της καθημερινής επιβίωσης. Φρόντιζε διωκόμενους κομμουνιστές και άλλους κατατρεγμένους, οργάνωνε βοήθεια για άπορους, αστέγους και πυροπαθείς, συνέβαλλε στη νοσοκομειακή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ασχολήθηκε με την εκπαίδευση, τους παιδικούς σταθμούς, τη σίτιση και την ψυχαγωγία. Σε μια κοινωνία που κατέρρεε από την πείνα και την κατοχική καταπίεση, η οργάνωση προσπάθησε να δημιουργήσει ένα δίκτυο προστασίας.
Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν ο ρόλος της στη διάρκεια του μεγάλου λιμού, που χτύπησε κυρίως την Αθήνα και τον Πειραιά τον χειμώνα του 1941-42. Η πείνα δεν ήταν απλή έλλειψη τροφίμων. Ήταν μαζική κοινωνική καταστροφή. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους, οικογένειες διαλύονταν, παιδιά έμεναν χωρίς φροντίδα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, κάθε πιάτο φαγητό, κάθε φάρμακο, κάθε κρυφή βοήθεια είχε αξία ζωής.
Η Εθνική Αλληλεγγύη δεν περιορίστηκε στη φιλανθρωπία με τη στενή έννοια. Η δράση της είχε πολιτικό και αντιστασιακό χαρακτήρα, γιατί αμφισβητούσε στην πράξη την κατοχική τάξη πραγμάτων. Εκεί όπου οι αρχές Κατοχής και το κατοχικό κράτος αδυνατούσαν ή αδιαφορούσαν να προστατεύσουν τον πληθυσμό, η οργάνωση δημιουργούσε δομές λαϊκής αυτοβοήθειας. Η αλληλεγγύη γινόταν μορφή αντίστασης. Δεν ήταν μόνο «βοηθάω τον διπλανό μου», αλλά «κρατάμε την κοινωνία όρθια απέναντι στον κατακτητή».
Καθοριστική ήταν η συμμετοχή των γυναικών. Στην Εθνική Αλληλεγγύη οι γυναίκες δεν είχαν απλώς βοηθητικό ρόλο. Συμμετείχαν ενεργά στην οργάνωση, στη συγκέντρωση τροφίμων, στη φροντίδα παιδιών και ασθενών, στη μεταφορά υλικών, στην ηθική στήριξη οικογενειών και αγωνιστών. Η δράση αυτή συνέβαλε και σε κάτι ευρύτερο: στην είσοδο πολλών γυναικών στη δημόσια και πολιτική ζωή μέσα από την εμπειρία της Αντίστασης.
Η σημασία της Εθνικής Αλληλεγγύης βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Έδειξε ότι η Αντίσταση δεν ήταν μόνο υπόθεση όπλων. Ήταν και υπόθεση κοινωνικής συνοχής. Σε μια εποχή όπου η πείνα, ο φόβος και η καταστολή μπορούσαν να οδηγήσουν τον καθένα στην απομόνωση, η οργάνωση προσπάθησε να κρατήσει ζωντανή την έννοια της κοινότητας. Να μην μείνει ο διωκόμενος μόνος, να μη χαθεί το παιδί, να μη σβήσει ο άρρωστος χωρίς φροντίδα, να μη διαλυθεί η κοινωνία κάτω από το βάρος της Κατοχής.
Η Εθνική Αλληλεγγύη υπήρξε ένας από τους πιο ανθρώπινους πυλώνες της Εθνικής Αντίστασης. Αν οι ένοπλες οργανώσεις συμβόλιζαν την απόφαση για σύγκρουση, εκείνη συμβόλιζε την απόφαση για επιβίωση με αξιοπρέπεια. Και αυτό, στην Ελλάδα της Κατοχής, ήταν από μόνο του πράξη αντίστασης.



