Στις 22 Σεπτεμβρίου 1971, η Αθήνα αποχαιρέτησε τον Γιώργο Σεφέρη μέσα σε μια ατμόσφαιρα που σύντομα ξεπέρασε τα όρια μιας συνηθισμένης κηδείας. Χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν το φέρετρό του από τον ναό της Σωτήρας του Κοτάκη στην Πλάκα μέχρι το Α΄ Νεκροταφείο. Ανάμεσά τους βρίσκονταν πολλοί νέοι, μαθητές και φοιτητές, οι οποίοι φώναζαν «Δημοκρατία», «Ελευθερία», «Κάτω η χούντα» και «Αθάνατος». Για πρώτη φορά μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, η σιωπηλή Αθήνα βρήκε έναν τρόπο να μιλήσει ανοιχτά.
Μια κηδεία απέναντι στη δικτατορία
Ο Σεφέρης είχε πεθάνει δύο ημέρες νωρίτερα, στις 20 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 71 ετών. Ήταν ο πρώτος Έλληνας που είχε τιμηθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1963, και η απώλειά του συγκλόνισε τη χώρα. Η δικτατορία θέλησε να αναλάβει την κηδεία με δημόσια δαπάνη και να του αποδώσει επίσημες τιμές. Η οικογένειά του, όμως, αρνήθηκε, καθώς ο ίδιος ο ποιητής είχε ζητήσει από τη σύζυγό του, Μαρώ, να μην επιτρέψει στους δικτάτορες να τον τιμήσουν.
Η παρουσία των αρχών στην τελετή δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος εμφανίστηκε χωρίς να έχει προσκληθεί από την οικογένεια και αντιμετωπίστηκε με αποδοκιμασίες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του συγγραφέα Αλέξανδρου Κοτζιά, όταν πλησίασε τη Μαρώ Σεφέρη και της άπλωσε το χέρι, εκείνη δεν το φίλησε. Του είπε: «Πού είναι ένα τίμιο χέρι να το φιλήσω;».
Λίγο αργότερα, μέσα στην εκκλησία, ακούστηκε δυνατά η λέξη «Αθάνατος». Το σύνθημα προκάλεσε χειροκροτήματα, τα οποία μεταφέρθηκαν γρήγορα έξω από τον ναό. Η Μαρώ σηκώθηκε και κοίταξε προς το πλήθος, ενώ οι αντιδράσεις έγιναν ακόμη πιο έντονες. Η κηδεία είχε ήδη πάρει πολιτικό χαρακτήρα, χωρίς να χρειαστεί κάποια επίσημη ανακοίνωση.
Η πομπή που έσπασε τη σιωπή
Καθώς η πομπή προχωρούσε στους δρόμους της Αθήνας, οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να επιβάλουν τη σιωπή. Φώναζαν «Σιωπή» και «Σκασμός», όμως οι εντολές τους χάνονταν μέσα στο πλήθος. Όσο περισσότερο επιχειρούσαν να περιορίσουν τις αντιδράσεις, τόσο πιο δυνατές γίνονταν οι φωνές.
Οι συγκεντρωμένοι κρατούσαν λουλούδια, στάχυα και βιβλία με ποιήματα του Σεφέρη. Η παρουσία των δυνάμεων ασφαλείας δεν τους απομάκρυνε. Αντίθετα, η πομπή μεγάλωνε καθώς περνούσε από τους δρόμους της πόλης. Η κηδεία έγινε ένας σπάνιος δημόσιος χώρος έκφρασης για μια κοινωνία που ζούσε κάτω από λογοκρισία και περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών.
Στην περιοχή του Αδριανού, η πομπή σταμάτησε. Από το πλήθος ξεκίνησαν οι στίχοι της «Άρνησης»: «Στο περιγιάλι το κρυφό». Το ποίημα είχε μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη και το τραγούδι ήταν απαγορευμένο από τη δικτατορία. Εκείνη την ημέρα, όμως, χιλιάδες άνθρωποι το τραγούδησαν δημόσια, ακολουθώντας το φέρετρο του ποιητή.
Στη συνέχεια ακούστηκε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και έπειτα ο Εθνικός Ύμνος. Η πομπή δεν ήταν πλέον μόνο ένας αποχαιρετισμός. Με τη βοήθεια της ποίησης και της μουσικής, οι άνθρωποι εξέφραζαν όσα το καθεστώς δεν τους επέτρεπε να πουν.
Ο ποιητής που είχε μιλήσει ανοιχτά
Ο Γιώργος Σεφέρης, κατά κόσμον Γιώργος Σεφεριάδης, είχε γεννηθεί στη Σμύρνη το 1900. Σπούδασε Νομικά στο Παρίσι, ακολούθησε διπλωματική σταδιοδρομία και εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες μορφές της Γενιάς του ’30. Η ποίησή του μιλούσε για την πατρίδα, την προσφυγιά, τη μνήμη, την απώλεια και τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του.
Μετά την επιβολή της δικτατορίας, απέφυγε αρχικά τις δημόσιες πολιτικές παρεμβάσεις. Δεν δέχθηκε, όμως, να δημοσιεύσει έργα του κάτω από τις συνθήκες λογοκρισίας που είχαν επιβληθεί. Στις 28 Μαρτίου 1969 μίλησε δημόσια μέσω του BBC, καταγγέλλοντας ένα καθεστώς που θεωρούσε αντίθετο με τα ιδανικά για τα οποία είχε αγωνιστεί ο ελληνικός λαός. Προειδοποίησε ότι η καταπίεση οδηγούσε τη χώρα στον γκρεμό και δήλωσε πως «αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει».
Η χούντα του αφαίρεσε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή και το διπλωματικό του διαβατήριο, όμως η δήλωση είχε ήδη γίνει γνωστή στο εξωτερικό. Έτσι, η στάση του απέναντι στη δικτατορία συνδέθηκε με την εικόνα της κηδείας του.
Η «Άρνηση» απέκτησε εκείνη την ημέρα ένα νέο νόημα. Οι στίχοι είχαν γραφτεί πριν από τη χούντα, αλλά τραγουδήθηκαν ως έκφραση μιας κοινωνίας που αρνιόταν να παραμείνει σιωπηλή. Ο Σεφέρης δεν ανήκε στην Αριστερά, ενώ ο Θεοδωράκης βρισκόταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι και δεν μπορούσε να επιστρέψει για την κηδεία. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική του έδωσε φωνή στους στίχους του ποιητή.
Πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, η εικόνα εκείνης της πομπής παραμένει συνδεδεμένη με την αντίσταση στη δικτατορία. Ο Σεφέρης δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει, όμως τα ποιήματά του μίλησαν μέσα από χιλιάδες ανθρώπους που τραγούδησαν στους δρόμους της Αθήνας.
Γνωρίζατε αυτή την πλευρά της κηδείας του Γιώργου Σεφέρη; Αν σας φάνηκε ενδιαφέρουσα, μπορείτε να μοιραστείτε το κείμενο και να περιηγηθείτε στην ιστοσελίδα για περισσότερα άρθρα για τη νεότερη ιστορία της χώρας μας



